Showing posts with label Οικονομία. Show all posts
Showing posts with label Οικονομία. Show all posts
Thursday, July 18, 2013
Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα μικρό υπερχρεωμένο κράτος (του Γιάννη Βαρουφάκη)
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό, υπερχρεωμένο κράτος. Επειδή όμως το χρήμα έρρεε παντού ως ασταμάτητη οικουμενική παλίρροια (παραγόμενη από ανόητες τράπεζες στην Wall Street, στο City, στην Βόρεια Ευρώπη), το κόστος δανεισμού ήταν παντού μηδαμινό κι έτσι κανείς δεν έδινε σημασία.
Ξάφνου, το φθινόπωρο του 2008, η παλίρροια έδωσε την θέση της στην άμπωτη. Με την άμπωτη να «στεγνώνει» τον τραπεζικό τομέα από ρευστό χρήμα, σιγά-σιγά ήρθε και η…στασιμότητα στην πραγματική οικονομία.
Αναπόφευκτα, το εθνικό εισόδημα του μικρού, υπερχρεωμένου κράτους άρχισε να μειώνεται την ώρα που ο ρυθμός αύξησης του χρέους (δηλαδή το επιτόκιο) μεγάλωνε (ελέω διεθνούς έλλειψης ρευστότητας που ωθούσε τα επιτόκια προς τα πάνω).
Κάποια στιγμή, κανείς δεν δάνειζε στο μικρό αυτό κράτος ώστε να εξυπηρετεί (δηλαδή να επανακυλύει) το χρέος που, το 2008, ανερχόταν στα €260 δις.
Κάπου εκεί, κατέφθασε η καλή τρόικα για να βοηθήσει να μην πτωχεύσει το μικρό κράτος. Για δύο χρόνια πλήρωνε για να αποτρέψει την πτώχευση. Αρχικά έδωσε €110 δις θέτοντας κάποιους όρους στο μικρό κράτος, όπως είναι λογικό να κάνει ο κάθε δανειστής. Ενάμιση χρόνο μετά, υποσχέθηκε άλλα €130 δις. Και, σαν να μην έφτανε αυτό, προσέθεσε στα «δώρα» που κόμιζε κι ένα «κούρεμα» προηγούμενων χρεών της τάξης (υποτίθεται) των €100 δις.
Όποιος δεν γνωρίζει τίποτα άλλο από τα παραπάνω (σωστά) δεδομένα, θα πρέπει να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αυτή η κυρία τρόικα είναι και φιλεύσπλαχνη και γενναιόδωρη: Συνολικά έδωσε €240 δις από την «τσέπη» της και μεσολάβησε με τους παλαιούς δανειστές του μικρού κράτους να «σβήσουν», να διαγράψουν δηλαδή, άλλα €100 δις. Δηλαδή, κόμισε €340 δις ως δώρα στο μικρό, υπερχρεωμένο κράτος.
Ας τα δεχθούμε όλα αυτά. Έστω λοιπόν ότι η κυρία τρόικα είναι, πράγματι, φιλεύσπλαχνη και γενναιόδωρη. Αυτό όμως σημαίνει ότι είναι και απελπιστικά ηλίθια. Ξέρω ότι είναι βαριά η λέξη αλλά, αλίμονο φίλες και φίλοι, πως μπορούμε να καταλήξουμε σε διαφορετικό χαρακτηρισμό (από το ότι η τρόικα αξίζει το Νόμπελ Βλακείας) όταν, με στόχο να καταπολεμήσει ένα χρέος της τάξης των €260 δις, άντε €298 δις το 2010, αφιέρωσε €340 δις αλλά το μικρό, υπερχρεωμένο κράτος, παρόλο αυτόν τον πακτωλό χρημάτων της κυρίας τρόικας, κατέληξε και πάλι να χρωστά πάνω από €345 δις!
Θα το πω άλλη μια φορά για να το συλλάβω κι ο ίδιος: Ένα μικρό κράτος της ευρωζώνης πριν δύο χρόνια είχε ένα δυσβάστακτο χρέος της τάξης των περίπου €300 δις. Η τρόικα προσέφερε στο μικρό αυτό κράτος, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, €340 δις για να το βοηθήσει. Και που φτάσαμε σήμερα; Φτάσαμε το μικρό μας κράτος να χρωστά €340 δις και βάλε. Μα αν το 2010 η κα Μέρκελ και ο κ. Strauss-Kahn (αλήθεια τον θυμάστε αυτόν;) είχαν πει στον κ. Παπανδρέου «Γιώργο μας, παιδί μας, μην σκας, θα αποπληρώσουμε εμείς όλο το ελληνικό δημόσιο χρέος σήμερα», θα γλύτωναν €40 δις και η Ελλάδα δεν θα χρώσταγε δεκάρα!
Υπεραμυνόμενοι βέβαια του εαυτού τους (δηλαδή της μεγαλειώδους κουταμάρας τους) θα έλεγαν ότι δεν φταίνε εκείνοι αλλά το ελληνικό κράτος που δεν έκανε αυτά που υποσχέθηκε. Ορθόν αλλά εκτός θέματος. Μπορεί, πράγματι, να είναι αναμφισβήτητο ότι το ελληνικό κράτος δεν κατάφερε να κάνει σε δύο χρόνια, όπως είχε υποσχεθεί, όλες τις μεταρρυθμίσεις που χρόνιζαν για δεκαετίες. Είναι, όμως, ή δεν είναι αλήθεια ότι το ελληνικό δημόσιο μείωσε το πρωτογενές του έλλειμμα τα τελευταία δύο χρόνια (με μισανθρωπικές περικοπές, βεβαίως-βεβαίως, των εισοδημάτων των πιο αδύναμων) κατά περίπου 9%; Είναι ή δεν είναι αλήθεια ότι τέτοια μείωση δεν έχει ξαναγίνει πουθενά και ποτέ, σε καιρό ειρήνης και σε περίοδο ύφεσης, στην οικονομική ιστορία της ανθρωπότητας; Και στα δύο ερωτήματα η απάντηση είναι απολύτως θετική. Άρα, όσο ανεπρόκοπο κι αν είναι το ελληνικό κράτος (που σίγουρα είναι), η αλήθεια παραμένει αμείλικτη για την τρόικα: Παρέλαβαν τον Μάη του 2010 ένα χρέος λιγότερο των €300 δις, έβαλαν το ελληνικό δημόσιο να σφίξει βάναυσα το ζωνάρι του, βρήκαν €340 δις υπέρ του ελληνικού δημοσίου και κατέληξαν, παρά τις θυσίες του έλληνα μικρομεσαίου και των υπόλοιπων ευρωπαίων φορολογούμενων, να αυξήσουν (!!!) το ελληνικό δημόσιο χρέος κατά €40 δις. Και σαν να μην έφτανε αυτό, την ίδια εποχή κατάφεραν να συρρικνώσουν (όπως τους προειδοποιούσαμε ότι θα κάνουν) το εθνικό εισόδημα, από το οποίο θα πρέπει να αποπληρωθεί το χρέος, κατά 15%. Εύγε τρόικα!
Και τώρα;
Τώρα κατάλαβαν, πολύ αργά βέβαια, την κορυφαία κουταμάρα τους. Πήραν ένα πρόβλημα το οποίο μπορούσε να έχει διευθετηθεί με ένα ποσό των €40 ή €50 δις (π.χ. ένα άτοκο δάνειο τον Ιανουάριο του 2010) και το μετέτρεψαν σε μια μαύρη τρύπα του ενός τρις και βάλε – αν λάβουμε υπ” όψη μας τα μνημόνια της πεσούσης Ιρλανδο-Πορτογαλίας, τα κρυφά μνημόνια της αποτελματωμένης Ιταλο-ισπανίας, και πάει λέγοντας.
Τώρα κατανόησαν ότι κάτι αντίστοιχο πέτυχαν και στους καλούς, αλλά σχεδόν το ίδιο αδύνατους, μαθητές της τάξης: στην Πορτογαλία και στην Ιρλανδία, όπου κι εκεί, παρά το ενθουσιώδες αυτομαστίγωμα των λαών αυτών, τα νούμερα είναι εξ ίσου καταδικαστικά για την κυρία τρόικα. Όσο για τηνΙσπανία και Ιταλία, βρίσκονται κι αυτές ακριβώς στο ίδιο μονοπάτι. Μόνο που όταν το δικό τους πολλαπλάσιο χρέος, και το δικό τους εθνικό εισόδημα, μπει στο στάδιο της σκοτοδίνης που βρίσκονται οι μικρότερες των πτωχευμένων χωρών-μελών, θα είναι πολύ αργά για την ευρωζώνη. Θα έχει έρθει το τέλος του δρόμου και η Γερμανία θα αναγκαστεί να φτιάξει μια νέα νομισματική ένωση ανατολικά του Ρήνου και βόρεια των Άλπεων – με κόστος την απώλεια των ασιατικών αγορών και τον τριπλασιασμό της γερμανικής ανεργίας.
Μπροστά σε αυτή την συνειδητοποίηση, έχει ξεσπάσει ένας γερός πόλεμος μεταξύ, ουσιαστικά, Φρανκφούρτης και Βερολίνου. Από την μία μεριά έχουμε τον χρηματοπιστωτικό τομέα, την Φρανκφούρτη, όπου επικρατεί σχεδόν ομοφωνία: Τα δάνεια της Ελλάδας θα αποπληρώνονται κανονικά τους επόμενους δύο μήνες, μέχρι να τελειώσουν (ελπίζουν «αισίως») οι Γαλλικές Προεδρικές εκλογές. Κατόπιν Ελλάδα και Πορτογαλία θα «ακρωτηριαστούν» και θα «καυτηριαστούν» ώστε να μην επεκταθεί η γάγγραινα στην υπόλοιπη ευρωζώνη. Από την άλλη έχουμε την Καγκελαρία όπου επικρατεί μια μοναδική κακοφωνία: Κάποιοι συμφωνούν με την Φρανκφούρτη, άλλοι επιμένουν ότι η μοναδική «λύση» είναι η αποχώρηση της Γερμανίας από το ευρώ (και, συγκεκριμένα, η νομισματική απόσχιση από την Γαλλία), κάποιοι τρίτοι εμμένουν πως η ευρωζώνη πρέπει να διατηρηθεί ως έχει αλλά οι πτωχευμένες χώρες να ενισχυθούν ουσιαστικά. Μπροστά στο φάσμα αυτής της κακοφωνίας, η κα Μέρκελ τείνει, συντηρητική ούσα, υπέρ του status quo. Δηλαδή, στην συνέχιση της σημερινής ανοησίας, όπου κράτη σαν το δικό μας δέχονται εκατοντάδες δις με αποτέλεσμα το χρέος να… μεγαλώνει και το εθνικό εισόδημα να μειώνεται. Δεν είναι ότι η γερμανίδα καγκελάριος δεν κατανοεί ότι η σημερινή ατραπός οδηγεί στην καθίζηση όλης της ευρωζώνης. Η αμφιθυμία της γερμανικής ηγεσίας απλά αντανακλά το ότι από την μία μεριά νιώθουν πως στερούνται της πολιτικής υποστήριξης να αντιμετωπίσουν ορθολογικά την Κρίση (καθώς κάτι τέτοιο απαιτεί μόνιμη δέσμευση της Γερμανίας με την ευρωζώνη) ενώ από την άλλη διαφωνούν (και καλά κάνουν) με την λύση της Φρανκφούρτης – αυτό που ονομάζω ακρωτηριασμός-καυτηριασμός.
Η λύση της Φρανκφούρτης
Πριν μερικές μέρες ήμουν στην Φρανκφούρτη γυρίζοντας ένα ντοκυμαντέρ για το αγγλικό Channel 4. Στο πλαίσιο των γυρισμάτων μου δόθηκε η ευκαιρία να μιλήσω με τρεις μεγαλοτραπεζίτες, με τον Πρόεδρο του Χρηματιστηρίου και με διευθυντή μιας εγχώριας σκιώδους τράπεζας. Αν και τους συνάντησα ξεχωριστά, η μεταξύ τους ομοφωνία ήταν εντυπωσιακή. Εν συντομία, κρίνουν ότι (όπως έγραψα παραπάνω), μετά τις γαλλικές εκλογές, Ελλάδα και Πορτογαλία θα οδηγηθούν στην έξοδο από την ευρωζώνη. Γιατί; Επειδή, όπως παραδέχθηκαν, η Γερμανία έσφαλε. Επειδή η θεραπεία των τελευταίων δύο ετών απεδείχθη δηλητηριώδης (όπως έγραφα πιο πάνω). Παραδέχονται με άλλα λόγια την κουταμάρα των Μνημονίων όχι μόνο της Ελλάδας αλλά και των υπόλοιπων. Θεωρούν ότι τα Μνημόνια σκότωσαν την Ελλάδα και την Πορτογαλία.
Τις μετέτρεψαν σε μέλη των οποίων η γάγγραινα που προκάλεσε η λάθος θεραπεία δεν μπορεί πια να γιατρευτεί και πως χρειάζεται: (α) να σταματήσει η δηλητηριώδης θεραπεία (δηλαδή η σφικτή λιτότητα) στα υπόλοιπα μέλη που δεν έχουν ακόμα φτάσει στην φάση της γάγγραινας (Ιταλία, Ισπανία και, με λίγη προσπάθεια, Ιρλανδία), και (β) να καυτηριαστεί η πληγή που θα αφήσουν οι ακρωτηριασμοί της Ελλάδας και της Πορτογαλίας (δηλαδή, η αποχώρισή μας από το ευρώ). Και πως θα καυτηριαστούν; Με την παροχή περίπου €2 τρις φρέσκου χρήματος από την ΕΚΤ στις τράπεζες των εναπομεινάντων μελών (ιδίως της Ιταλίας και της Ισπανίας) και, παράλληλα, την διαγραφή μεγάλου μέρους του χρέους της Ελλάδας και της Πορτογαλίας, με παράλληλη στήριξη κάποιων από τις τράπεζές μας, ώστε οι δύο υπό ακρωτηριασμό χώρες να μην καταρρεύσουν εντελώς.
Πλάνη οικτρά
Η λύση της Φρανκφούρτης, αν και δεν έχει επικρατήσει, κερδίζει καθημερινά έδαφος στην Γερμανία. Αυτό εξηγεί εν μέρει κάποιες από τις ρήσεις του κ. Schauble και την γενικότερη δυστοκία που παρατηρούμε όσον αφορά το Μνημόνιο 2. (Ένας άλλος λόγος είναι ότι, μπροστά την αποκάλυψη της κουτής πολιτικής απέναντι στο ελληνικό χρέος, η γερμανική ηγεσία κερδίζει κάποιους πόντους εμφανιζόμενη να μην θέλει να ρίξει κι άλλα δις στην συγκεκριμένη μαύρη τρύπα.) Κανείς δεν γνωρίζει αν τελικά για πόσο πρυτανεύει ο συντηρητισμός της κας Μέρκελ ή αν θα επικρατήσει σύντομα ο ενθουσιασμός της Φρανκφούρτης για την λύση του ακρωτηριασμού-καυτηριασμού. Στις αράδες που ακολουθούν, και με τις οποίες κλείνω, θα μου επιτρέψετε να παραθέσω έξι λόγους γιατί η αισιοδοξία της Φρανκφούρτης (ότι δηλαδή είναι δυνατή η διάσωση της ευρωζώνης με την αποπομπή δύο ή περισσότερων χωρών) θεμελιώνεται σε πλάνη οικτρά.
Η Φρανκφούρτη υποθέτει πως γνωρίζει εκείνο που είναι εξ ορισμού άγνωστο, τουλάχιστον πριν την καταστροφή: το κόστος ενός ακρωτηριασμού. Οι διασυνδέσεις των τραπεζικών συστημάτων της Ελλάδας, της Γαλλίας και της Γερμανίας, αλλά και της Πορτογαλίας και της Ισπανίας, θα φανούν στο φώς της ημέρας μόνον Μετά την Καταστροφή – ακριβώς όπως οι διασυνδέσεις της σχετικά μικρής Lehman’s με το διεθνές τραπεζικό σύστημα ήταν αδύνατον να φανούν παρά μόνο μετά την Κατάρρευση.
Η μαζική παροχή φρεσκοκομμένου χρήματος στις τράπεζες της ευρωζώνης (μετά από ένα ακρωτηριασμό Ελλάδας-Πορτογαλίας) θα λειτουργήσει ως μια κολοσσιαία ένεση κορτιζόνης σε καρκινοπαθή: ναι μεν θα τον ανακουφίσουν για κάποιον καιρό αλλά, στο μεταξύ, ο καρκίνος θα κάνει την δουλειά του στο «εσωτερικό», μεγαλώνοντας, γινόμενος πιο κακοήθης και, εν τέλει, περισσότερο θανατηφόρος. Εν συντομία, όπως οι τράπεζες της Ιαπωνίας κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1990, ενισχυόμενες από ποτάμια ρευστότητας, έκρυβαν τις κακοήθειές τους επιταχύνοντας την αποτελμάτωση της πραγματικής οικονομίας, κάτι αντίστοιχο θα γίνει και σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία, το Βέλγιο, η Ισπανία.
Όταν λοιπόν ξεσπάσει, από τους κόλπους αυτών των ίδιων τραπεζών, ένα νέο κύμα κρίσης, τότε ο ακρωτηριασμός της Ελλάδας και της Πορτογαλίας θα πάρει σβάρνα και την Ιταλία, την Ισπανία, με τελευταία και καλύτερη την Γαλλία. Όλα αυτά τα τρις που θα έχουν ξοδευτεί για να σωθεί ο γαλλο-γερμανικός άξονας θα έχουν πάει στράφι. Και το χειρότερο; Θα έχουν χαθεί τουλάχιστον τρία χρόνια οικονομικής ανάπτυξης. Αρκετά για να μείνει η Ευρώπη μονίμως πίσω από τις οικουμενικές εξελίξεις.
Οι απώλειες των φορολογουμένων στις πλεονασματικές χώρες, από τις πτωχεύσεις στην Ελλάδα και στην Πορτογαλία, θα εντείνουν την αντίθεση των λαών της Γερμανίας, της Ολλανδίας κλπ στις νέες διασώσεις κρατών-μελών που δεν θα μπορούν να διασωθούν μόνον μέσω την παροχής ρευστότητας στις τράπεζές τους. Την ώρα που θα χρειαστούν περισσότερα χρήματα για νέα δάνεια, οι βόρειοι φορολογούμενοι που θα πρέπει να τα εγγυηθούν θα αρνηθούν πεισματικά.
Οι ξένες επενδύσεις (π.χ. της Κίνας, της Ρωσίας, των αμερικανικών επιχειρήσεων) στην ευρωζώνη θα στερέψουν μπροστά στο αποτρόπαιο θέαμα του ακρωτηριασμού-καυτηριασμού και της αβεβαιότητας που αυτός θα προκαλεί για το τι μέλλει γενέσθαι.
Σε έναν αλληλένδετο κόσμο, η λύση της Φρανκφούρτης θα σπείρει την αβεβαιότητα σε κάθε γωνιά της γης και, έτσι, θα ενδυναμώσει τους ανέμους της ύφεσης που, καθώς η γη είναι στρογγυλή, θα επιστρέψουν στην Γηραιά Ήπειρο δριμύτεροι, μεγαλώνοντας την ύφεση στις χώρες τόσο του Βορρά όσο και του Νότου, καθιστώντας το εγχείρημα της διάσωσης αυτού που απέμεινε από την κραταιά ευρωζώνη αδύνατον.
Ο έκτος λόγος είναι δομικός. Το πρόβλημα της ευρωζώνης δεν είναι η Ελλάδα που, όπως είδαμε, θα είχε αποφύγει δύο έτη παγκόσμιων πρωτοσέλιδων με μια πιο ήπια αντιμετώπιση. Το πρόβλημα της ευρωζώνης είναι η έλλειψη ενός ενοποιημένου, πανευρωπαϊκού ρυθμιστικού πλαισίου για τις τράπεζες, η ανικανοποίητη ανάγκη μιας νομισματικής ένωσης για έναν βαθμό ενοποίησης του δημόσιου χρέους και, τέλος, η απουσία μιας πραγματικά πανευρωπαϊκής επενδυτικής πολιτικής που να στρέφει τις αποταμιεύσεις (οι οποίες τριγυρνούν ανά τον κόσμο σαν μια άδικη κατάρα) προς παραγωγικές (και επικερδείς) επενδύσεις στις περιοχές και τους κλάδους που τις έχουν μεγαλύτερη ανάγκη (από την Ελλάδα έως την Α. Γερμανία).
Κανένα μέρος αυτής της τριλογίας δομικών προβλημάτων δεν θα επιλυθεί με την μέθοδο του ακρωτηριασμού-καυτηριασμού. Κανένα. Όπερ μεθερμηνευόμενο, αν επικρατήσει η άποψη της Φρανκφούρτης, πολύ σύντομα τα ίδια φαινόμενα κατάρρευσης θα επανεμφανιστούν σε ό,τι έχει απομείνει από την ευρωζώνη.
Επίλογος
Όλοι, πλην μερικών εκ των πολιτικών μας, έχουν κατανοήσει την κορυφαία κουταμάρα που μας ήρθε υπό την μορφή των δανειακών συμβάσεων (που έγιναν γνωστές ως Μνημόνια, Μεσοπρόθεσμα κλπ). Απεδείχθησαν δηλητηριώδεις για ολόκληρη την ευρωζώνη. Ακόμα και στην Φρανκφούρτη και στο Βερολίνο κατάλαβαν ότι, αν συνεχιστεί αυτή η πολιτική, θα βουλιάξουν και οι ίδιοι. Έως εκεί συμφωνούν (για αυτό και ο ξύπνιος κ. Monti δεν φοβάται να διακηρύττει, ακόμα και μπροστά σε γερμανούς ιθύνοντες, «Φτάνει η λιτότητα!).
Κάπου όμως εκεί αρχίζει η διαφωνία που τείνει να πάρει την μορφή καυγά: Ενώ η Φρανκφούρτη απέκτησε, πρόσφατα, μια αισιοδοξία ότι μπορεί να μην αλλάξει τίποτα πετώντας απλά Ελλάδα και Πορτογαλία εκτός ευρώ, το Βερολίνο διστάζει. Αυτό είναι καλό. Αλλά δεν αρκεί: Όσο ο δισταγμός του Βερολίνου σημαίνει συνέχιση της δηλητηριώδους «θεραπείας» των Μνημονίων, τόσο πιο κοντά θα έρθουν οι χώρες μας στην πραγματική γάγγραινα και τόσο πιο πολύ θα πλησιάσει η στιγμή που η Φρανκφούρτη θα υπερισχύσει, με αποτέλεσμα καταστροφικό για όλους: Βορρά και Νότο, Ανατολή και Δύση (και δεν αναφέρομαι μόνο στην Ευρώπη).
Κι εμείς; Ψηφίζοντας κάθε κουταμάρα που μας δίνουν, από τον Μάη του 2010 έως τώρα, αφήνουμε την άποψη της Φρανκφούρτης να κερδίζει έδαφος, ερχόμενοι όλο και κοντύτερα στην στιγμή του ακρωτηριασμού-καυτηριασμού μας. Αν, αντίθετα, είχαμε μια ηγεσία με το κουράγιο να πει όχι στα νέα δάνεια, πριν από την επικράτηση της Φρανκφούρτης, και παράλληλα δηλώνοντας ρητά ότι η θέση της Ελλάδας στην ευρωζώνη είναι αδιαπραγμάτευτη, τότε θα δίναμε στο Βερολίνο (το οποίο δεν θα αφήσει όσο παραμένει αντίθετο στην άποψη της Φρανκφούρτης να προχωρήσει ο ακρωτηριασμός) μια τελευταία ευκαιρία να σώσει την ευρωζώνη από την διπλή απειλή (α) των κουτών Μνημονίων και (β) της παράλογης λογικής της Φρανκφούρτης.
Πηγή http://www.koutipandoras.gr/
Friday, May 17, 2013
Κώστας Λαπαβίτσας: "Η έρημος που ονόμασαν ειρήνη" (τελικά πέτυχε το μνημόνιο;)
Περάσαμε τα δύσκολα διακηρύσσει η
κυβέρνηση Σαμαρά, μας έδωσαν τα εύσημα από το ΔΝΤ και την Κομισιόν και η
Ελλάδα είναι έτοιμη για ανάκαμψη. Πλήθος οι γραφίδες στον Τύπο και οι
φωνές στην τηλεόραση που επαναλαμβάνουν το μήνυμα προς ενημέρωση των
ιθαγενών. Δικαιώθηκαν όσοι στήριξαν τη μνημονιακή πολιτική, αποδείχθηκε
ότι είχαν ψυχραιμία και σοβαρότητα, ενώ η κριτική εξ αριστερών ήταν
επιπόλαιη και λανθασμένη. Η Ελλάδα έδειξε υπομονή και εγκράτεια και τώρα
θα ανταμειφθεί.
Γιατί αυτή η επιθετική αισιοδοξία;
Ο κύριος λόγος είναι η σταθεροποίηση των δημόσιων οικονομικών – η
χώρα κινείται προς πρωτογενές πλεόνασμα μέσα στο 2013. Παράλληλα, το
έλλειμμα των τρεχουσών συναλλαγών, που είχε φτάσει το γιγαντιαίο μέγεθος
του 15% του ΑΕΠ το 2008, έχει σχεδόν εξαλειφθεί. Επομένως, οσον αφορά
το ΔΝΤ και τους δανειστές 'εταίρους' μας που κοιτούν κυρίως αυτά τα
στοιχεία, η ελληνική οικονομία κοντεύει να βγει από την εντατική. Αυτά
έλαβε υπόψη του και ο οίκος Fitch που αναβάθμισε την Ελλάδα κι έτσι
έπαψε πια να θεωρείται από τα ελληνικά ΜΜΕ ενεργούμενο των κερδοσκόπων
των χρηματοπιστωτικών αγορών, όπως όταν μας υποβάθμιζε.Γιατί αυτή η επιθετική αισιοδοξία;
Υπάρχει βέβαια η παράπλευρη απώλεια της ανεργίας του 27% για τους ενήλικες και 64% για τους νέους, αλλά φρόντισε η εταιρεία Hay Group να μας ενημερώσει, αξιοποιώντας στοιχεία του Υπουργείου Εργασίας, ότι οι ροές προσλήψεων-απολύσεων είχαν θετικό πρόσημο τον Απρίλιο. Μετά από τριετή συντριβή των μισθών, φαίνεται ότι η οικονομία δημιουργεί επιτέλους σημαντικό αριθμό νέων θέσεων εργασίας. Αισιοδοξία, λοιπόν και κυρίως όχι λαϊκισμοί που μπορεί να καταστρέψουν το έργο της τριετίας.
Γράφοντας για την υποβολιμαία και παραπλανητική χρήση της γλώσσας από το ρωμαϊκό ιμπέριουμ, ο Τάκιτος βάζει στα χείλη του βρετανού 'βάρβαρου' ηγεμόνα Καλγάκου την περίφημη φράση: 'δημιουργούν μιαν έρημο και την αποκαλούν ειρήνη'. Ανελέητοι οι Ρωμαίοι, αφού περνούσαν δια πυρός και σιδήρου τους κατακτημένους, τους διαβεβαίωναν ότι επέβαλαν την 'ειρήνη' προς όφελος όλων.
Η έρημος που έχουν δημιουργήσει τρεις ελληνικές κυβερνήσεις σε αγαστή συνεργασία με την Τρόικα απεικονίζεται εναργέστατα στα στοιχεία για το ΑΕΠ που η Ελληνική Στατιστική Αρχή δημοσιοποίησε στις 15 Μαΐου, ακριβώς πάνω στον παροξυσμό αισιοδοξίας που έχει καταλάβει τους κυβερνώντες. Όπως δείχνει το γράφημα, η πτώση του ΑΕΠ συνεχίστηκε αμείλικτη και το πρώτο τρίμηνο του 2013, σημειώνοντας ετήσια συρρίκνωση 5.3%.

Πηγή: Ελ.Στατ. Τιμές έτους αναφοράς 2005.
Δείχνει κι άλλα ενδιαφέροντα πράγματα το απλό αυτό γράφημα. Φαίνεται καθαρά η κατακρήμνιση της ελληνικής οικονομίας μετά το 2009, που πήρε διαστάσεις τραγωδίας το 2011-2. Πάνω απ' όλα, φαίνεται ότι η τάση συρρίκνωσης του ΑΕΠ δεν έχει αντιστραφεί, ή έστω υποχωρήσει σημαντικά. Και πως να μεταβληθεί η τάση συρρίκνωσης όταν τα στοιχεία της συνολικής ζήτησης είτε βρίσκονται σε υποχώρηση, είτε επιδεικνύουν εξαιρετική αδυναμία; Οι επενδύσεις, μετά από καταβαράθρωση ετών, μόλις κατόρθωσαν να σταθεροποιηθούν το τελευταίο τρίμηνο του 2012 και θα δούμε τι θα κάνουν το πρώτο τρίμηνο του 2013. Ίσως κάτι να κινείται στη βιομηχανική παραγωγή, δεδομένου ότι η ετήσια μείωση τον Μάρτιο του 2013 ήταν 'μόνο' 0.7%, αλλά είναι πολύ νωρίς για να ξέρει κανείς. Η κατανάλωση βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση από το 2009, ενώ ο δείκτης κύκλου εργασιών στο λιανικό εμπόριο κατέγραψε ετήσια μείωση 14% τον Φεβρουάριο του 2013. Οι εξαγωγές, τέλος, για τις οποίες έχει γίνει τόσος αβάσιμος θόρυβος την τριετία που πέρασε, δεν έχουν δυναμισμό και μάλιστα μειώθηκαν κατά 7.8% σε ετήσια βάση τον Μάρτιο του 2013.
Με δυό λόγια, όσον αφορά την πραγματική οικονομία, η κυβερνητική αισιοδοξία εδράζεται αποκλειστικά σε ιδιωτικές μελέτες ροών προσλήψεων-απολύσεων στην αγορά εργασίας, σε ευχολόγια περί 'μεταρρυθμίσεων', σε προσδοκίες για το τι θα κάνουν οι τράπεζες όταν επιτέλους ολοκληρωθεί η ανακεφαλαιοποίηση, σε υπερβολές για τον τουρισμό τη φετινή χρονιά, και σε ελπίδες για επενδυτική άνοιξη τώρα που οι μισθοί έχουν συντριβεί, ιδίως με είσοδο κεφαλαίων από το εξωτερικό. Η σκληρή πραγματικότητα είναι ότι η ελληνική οικονομία παραμένει σε βαθύτατη ύφεση.
Η ύφεση είναι βέβαια ακριβώς ο λόγος της υποτιθέμενης επιτυχίας των μνημονιακών πολιτικών όσον αφορά το δημοσιονομικό έλλειμμα και το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών. Δεν υπάρχει απολύτως καμία έκπληξη, πρωτοτυπία, ή ιδιαίτερη ικανότητα άσκησης οικονομικής πολιτικής στο θέμα αυτό.
Στην πράξη τα πράγματα εξελίχθηκαν όπως τα είχαν προβλέψει οι 'επιπόλαιοι' κριτές εξ αριστερών. Αν μια κυβέρνηση περικόψει τις δαπάνες με θηριώδη τρόπο, ανεβάσει τη φορολογία και επιτρέψει την κατάρρευση των μισθών, θα ακολουθήσει ύφεση που από μόνη της θα περιορίσει το δημοσιονομικό έλλειμμα και τις εξαγωγές, άρα και το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών.
Για να το θέσω αλλιώς, η Τρόικα συνέτριψε την εγχώρια ελληνική οικονομία ώστε να επιτευχθεί ισορροπία στα δημοσιονομικά και στις διεθνείς συναλλαγές. Η σταθεροποίηση είναι μηχανικό αποτέλεσμα της βαθύτατης ύφεσης που αποτυπώνει το γράφημα, τίποτε περισσότερο. Θα μπορούσε ίσως να επαίρεται η κυβέρνηση και η Τρόικα αν είχε επιτευχθεί η σταθεροποίηση χωρίς την κατακρήμνιση της οικονομίας. Είναι όμως αναισχυντία να πανηγυρίζει το στρατόπεδο των Μνημονίων για τις δημοσιονομικές του επιτυχίες, όταν το τίμημα ήταν 1.300.000 άνεργοι και 2.500.000 άνθρωποι κάτω από το όριο της φτώχειας.
Κάποια στιγμή βέβαια η ύφεση θα σταματήσει. Οι οικονομίες δεν συρρικνώνονται εσαεί καθώς υπάρχει πάντα ένα μίνιμουμ δραστηριότητας που γεννάει η υλική ζωή. Στην περίπτωση της Ελλάδας η συρρίκνωση ίσως να σταματήσει το 2014, αν η χώρα και ο λαός της έχουν επιτέλους λίγη τύχη. Ο πραγματικός Γολγοθάς, σε αντίθεση με όσα άσκεφτα διατείνεται η μνημονιακή πλευρά, θα αρχίσει μετά. Η συνολική συρρίκνωση θα έχει ξεπεράσει το 25%, όπως δείχνει παραστατικά το γράφημα. Με ετήσιους ρυθμούς ανάπτυξης 2-3% που προβλέπει η Τρόικα και οι οποίοι είναι ρεαλιστικοί δεδομένου ότι δεν διαφαίνεται καμία προοπτική ουσιαστικής τόνωσης της ζήτησης, θα πάρει πολλά χρόνια μέχρι να αναπληρωθούν οι απώλειες της παραγωγής. Πράγμα που σημαίνει ότι δεν πρόκειται να υπάρξει υποχώρηση της ανεργίας σε ανεκτά επίπεδα για τουλάχιστον μια δεκαετία. Ειδικά για τη νεολαία το μέλλον διαγράφεται ζοφερό. Το ερώτημα που παραμένει είναι αν ο ελληνικός λαός θα αποδεχτεί την έρημο που έφτιαξαν από κοινού η Τρόικα και το εγχώριο μνημονιακό στρατόπεδο και θα την ονομάσει και ο ίδιος ειρήνη.
Πηγή http://opinion24.gr/
Thursday, May 16, 2013
Οι ΗΠΑ προκάλεσαν την κρίση στην Ευρώπη (υποστηρίζει ο Γερμανός ειδικός σε θέματα χρηματιστηρίου Ντιρκ Μιούλερ)
Οι ΗΠΑ προκάλεσαν την κρίση στην Ευρώπη, προκειμένου να ανακόψουν την αύξηση της επιρροής του ευρώ έναντι του δολαρίου, υποστηρίζει ο Γερμανός ειδικός σε θέματα χρηματιστηρίου Ντιρκ Μιούλερ - γνωστός και ως «Mr. Dax» -, στο νέο βιβλίο του, με τίτλο «Showdown».
Ο ίδιος θεωρεί ότι η Ελλάδα θα ήταν καλύτερα αν είχε το δικό της νόμισμα ή αν αξιοποιούσε τα κοιτάσματα φυσικού αερίου της, καθώς, όπως λέει, «στο ελληνικό υπεδάφος βρίσκονται τα μεγαλύτερα αποθέματα στην Ευρώπη», ενώ τονίζει ότι σκοπός του ΔΝΤ είναι να καταστρέψει την ελληνική οικονομία ώστε τα ελληνικά κοιτάσματα να πωληθούν φθηνά σε πολυεθνικές.
Σε συνέντευξή του στην ηλεκτρονική έκδοση του περιοδικού «Focus», ο κ. Μιούλερ αναλύει την θεωρία ότι «η μεγάλη αναμέτρηση, η οποία εξελίσσεται τα τελευταία χρόνια, σχετίζεται με την κυριαρχία στο πλανήτη για τις επόμενες δεκαετίες» και σημειώνει ότι «η Ευρώπη δεν λαμβάνεται πλέον υπόψιν» και «το παιχνίδι κινείται μεταξύ Αμερικής και Ασίας, δηλαδή της Κίνας, ενώ οι Ρώσοι θα ήθελαν να αναμιχθούν κι αυτοί λίγο».
Ο συγγραφέας αποδίδει ωστόσο τα προβλήματα της Ευρώπης όχι μόνο σε εξωτερικούς παράγοντες, αλλά και σε εσωτερικές αιτίες. «Το υψηλό χρέος δεν είναι ευρωπαϊκό πρόβλημα. Η συνολική υπερχρέωση της Ευρώπης είναι μικρότερη από αυτή των ΗΠΑ ή της Ιαπωνίας. Από το 2008 όμως οι επιθέσεις εναντίον της Ευρώπης εξελίσσονται στοχευμένα και συντονισμένα», λέει.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσει ο κ. Μιούλερ και την Ελλάδα. «Ακριβώς στην φάση της ισχύος του ευρώ συμβαίνουν τα γεγονότα γύρω από τον Κ. Καραμανλή, η ανάληψη της εξουσίας από τον Γ. Παπανδρέου και η αιφνιδιαστική ακούσια καταγγελία στις Βρυξέλλες της παραποίησης των ελληνικών δημοσιονομικών στοιχείων. Ο Παπανδρέου και οι άνθρωποί του έκαναν ότι περνούσε από το χέρι τους για να στρέψουν την Ευρώπη και την Γερμανία εναντίον τους. Καμία συμφωνία δεν τηρήθηκε, ο λαός και η οικονομία της χώρας οδηγούνταν στον κατήφορο. Το ένα σκάνδαλο διαδεχόταν το άλλο. Και μια χωρίς προηγούμενο εσωτερική ευρωπαϊκή καμπάνια μίσους εναντίον των «τεμπέληδων Ελλήνων», των «ναζί Γερμανών», των «διεφθαρμένων Ιταλών» και των «υπερχρεωμένων Ισπανών με τα πολλά ακίνητα» ξεκίνησε.
Η Ευρώπη άρχισε να αυτοσπαράσσεται, θέαμα που στο εξωτερικό το παρακολουθούσαν με ικανοποίηση. Εναντίον της Ευρώπης δεν στέλνει κανείς τον έκτο στόλο, αλλά την Γουόλ Στριτ, τις τράπεζές της και τους οίκους αξιολόγησης και τα όπλα της μυστικής διπλωματίας. Τα χτυπήματα εναντίον του ευρώ και των χωρών της Ευρωζώνης ήρθαν με στρατιωτική ακρίβεια και προκαλούνταν πάντα από μελέτες μεγάλων τραπεζών της Γουόλ Στριτ ή των αμερικανικών οίκων αξιολόγησης. Τα βασικά όμως προβλήματα της Ευρωζώνης ήταν εσωτερικής φύσης. Το να επιβάλλεται σε πολλά και διαφορετικά μεταξύ τους κράτη ένα κοινό νόμισμα οδηγεί εξαρχής σε σημαντικά προβλήματα. Αυτή η αχίλλειος πτέρνα οφείλεται σε εμάς τους ίδιους, αλλά τα βέλη εναντίον της ήρθαν στοχευμένα και με τους ψυχρούς υπολογισμούς από την άλλη άκρη του Ατλαντικού», υποστηρίζεται στο βιβλίο.
Στο βιβλίο γίνεται εκτενής αναφορά στα ελληνικά κοιτάσματα φυσικού αέριου, στο κεφάλαιο με τον τίτλο: «Οι Έλληνες και το αέριο»: «Τι θα λέγατε αν πρότεινα η Ελλάδα να πουλάει πετρέλαιο και φυσικό αέριο; Μην ανησυχείτε, δεν ήπια πολύ ούζο την ώρα της συγγραφής», αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Μιούλερ και συνεχίζει: «Η Ελλάδα δεν έχει στο υπέδαφός της μόνο μεγάλα αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, αλλά και μιας σειράς σημαντικών ορυκτών. Μπορεί κάνεις δικαιολογημένα να υποστηρίξει ότι η Ελλάδα διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα αποθέματα σε πρώτες ύλες στην Ευρώπη. Την τελική διαβεβαίωση την έλαβα στο τέλος του καλοκαιριού του 2012 στην διάρκεια μιας έντονης συζήτησης με την Ντόρα Μπακογιάννη, η οποία με διαβεβαίωσε ότι η Ελλάδα διαθέτει κοιτάσματα αντίστοιχα με αυτά της Λιβύης. Και, τουλάχιστον τώρα, τίθεται αναπόφευκτα το ερώτημα: τι παιχνίδι παίζεται εδώ; Αφήνουμε την ελληνική οικονομία να εξαντληθεί μέσω δρακόντειων πακέτων λιτότητας και την χρηματοδοτούμε με εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ προκειμένου να μην πληγούν οι παλαιοί δανειστές. Χάνονται δισεκατομμύρια ευρώ σε φορολογικά χρήματα για συμφωνίες χωρίς επιστροφή και στην αναδιάρθρωση του χρέους, όταν η Ελλάδα διαθέτει κοιτάσματα πολλαπλάσια του όγκου του χρέους της».
Ο συγγραφέας υποστηρίζει σε αυτό το σημείο ότι ο πρώην πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου «φαίνεται σαν να ήταν εκτελεστική μαριονέτα των ΗΠΑ» και υποστηρίζει ότι «αποστολή του ήταν να επιφέρει με κάθε τρόπο την ρήξη στις σχέσεις της Ελλάδας με την Ευρώπη», ενώ προσθέτει: «Ο Παπανδρέου το 2009 δήλωνε, "δεν έχουμε πετρέλαιο ή τουλάχιστον δεν έχουμε βρει ακόμη" και ο υφυπουργός Γιάννης Μανιάτης τόνιζε, "δεν είμαστε ούτε Σαουδική Αραβία ούτε Νορβηγία" και τώρα μια έκθεση της Deutsche Bank στο Λονδίνο κάνει λόγο για πιθανά έσοδα από τους υδρογονάνθρακες, τα οποία, μόνο στην περιοχή νοτίως της Κρήτης θα μπορούσαν να ανέλθουν σε λίγα χρόνια σε 427 δισεκατομμύρια ευρώ».
Ερωτώμενος από το Focus γιατί θεωρεί ότι η Ευρώπη δεν ασχολείται με τα κοιτάσματα της Ελλάδας και της Κύπρου, ο κ. Μιούλερ αναφέρει ότι όταν οι Κύπριοι πρότειναν στον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε να παραχωρήσουν στην Ευρώπη ή να υποθηκεύσουν το 30% των μελλοντικών εσόδων από το φυσικό αέριο, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών δήλωσε ότι αυτό δεν αποτελεί θέμα συζήτησης και διερωτάται για ποιον λόγο.
Σε ό,τι αφορά τον ρόλο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, ο κ. Μιούλερ υποστηρίζει ότι ο κ. Σόιμπλε δεν ήθελε την συμμετοχή του στα ευρωπαϊκά προγράμματα διάσωσης, φοβούμενος ότι έτσι θα αυξανόταν η επιρροή των ΗΠΑ στην Ευρώπη, αλλά επικράτησε η άποψη του οικονομικού συμβούλου της Αγγέλα Μέρκελ, Ότμαρ Ίσινγκ, ο οποίος, επισημαίνει ο συγγραφέας, είναι και σύμβουλος της Goldman Sachs. «Ο ρόλος του ΔΝΤ είναι να επιφέρει την κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας, να κατηγορήσει την ελληνική κυβέρνηση ότι δεν εφάρμοσε ακριβώς το πρόγραμμα σταθεροποίησης της οικονομίας και να την εξαναγκάσει να παραδώσει την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων της σε πολυεθνικές εταιρείες έναντι πενιχρού τιμήματος», επισημαίνει.
Ο Γερμανός ειδικός εκτιμά ακόμη ότι τα προγράμματα εξυγίανσης που εφαρμόζονται στις χώρες που αντιμετωπίζουν κρίση είναι αναποτελεσματικά. «Τα προγράμματα λιτότητας είναι μια παράνοια», υποστηρίζει και συμπληρώνει ότι το αποτέλεσμα είναι μια εξέλιξη της οικονομίας όπως αυτή με τον Καγκελάριο Μπρούνινγκ. «Τα κράτη εξαντλούνται και η ελληνική οικονομία βυθίζεται στο απύθμενο.
Η φτώχεια των απλών ανθρώπων είναι δραματική και όχι αντάξια μιας χώρας στον πυρήνα της πλούσιας Ευρώπης. Ακόμη και ο Έλληνας πρωθυπουργός το δηλώνει καθαρά: η Ελλάδα βρίσκεται στην ίδια κατάσταση με την Γερμανία την περίοδο της Βαϊμάρης», υπογραμμίζει και αναφέρει ότι έχει ο ίδιος επισκεφτεί την Ελλάδα και έχει δει την δράση της Χρυσής Αυγής. «Αυτά είναι άσχημα πράγματα που δεν τα έχω δει ούτε στο Γ΄ Ράιχ», προσθέτει, ενώ στο βιβλίο του γράφει σχετικά: «Οι Έλληνες όχι μόνο επινόησαν την Δημοκρατία, αλλά την αγαπούν ακόμη και σήμερα. Για αυτό και είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς γιατί ειδικά σε αυτή τη χώρα συμβαίνει μια τόσο δραματική εξέλιξη στο αντιδημοκρατικό πολιτικό άκρο». Απορρίπτει πάντως τον ισχυρισμό ότι η Γερμανία χρειάζεται το ευρώ προκειμένου να διατηρηθεί η ειρήνη στην Ευρώπη. «Αντιθέτως, το ευρώ έχει εξελιχθεί σε εχθρό της Ευρώπης», καταλήγει και προτείνει την διατήρησή του, αλλά και την παράλληλη κυκλοφορία των εθνικών νομισμάτων, η αξία των οποίων θα διαμορφώνεται ελεύθερα έναντι του ευρώ, μαζί με την δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Ταμείου Υποδομών, το οποίο θα συμμετέχει σε όλα τα ενεργειακά σχέδια των μεγάλων εταιρειών, με στόχο τις επενδύσεις και την ενεργειακή αλλαγή.
Πηγή:www.capital.gr
Friday, May 10, 2013
Η αβάστακτη γοητεία των ομολόγων (του Γιάννη Βαρουφάκη)
Η Morgan Stanley προτείνει στους πελάτες της να αγοράσουν ελληνικά ομόλογα και η Ελλάς γιορτάζει. Ανοήτως, δυστυχώς.
Γιατί ανοήτως; Επειδή η συμβουλή της Morgan Stanley έχει λογική βάση μεν αλλά, παράλληλα, είναι καθ΄ όλα συμβατή με την πρόβλεψη ότι η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να βουλιάζει, εντείνοντας περισσότερο την κοινωνική καθίζηση. Να το πω διαφορετικά: Αν εργαζόμουν για τη Morgan Stanley, την ίδια συμβουλή θα έδινα στους πελάτες της (δηλαδή, να εντάξουν και κάποια ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, για τρεις ή τέσσερις μήνες). Κι αυτό παρά τις μελανές μου προβλέψεις τόσο για την ελληνική όσο και για την Ευρωζωνική, εν γένει, οικονομία.
Το εύλογο ερώτημα που θα μου θέσετε είναι το εξής: Η αυξημένη ζήτηση ομολόγων ενός κράτους, του οποίου τα ομόλογα μέχρι πρότινος δεν ήθελε κανείς, δεν σημαίνει και αύξηση της εμπιστοσύνης των επενδυτών σε αυτό το κράτος; Δεν σημαίνει ότι απομακρύνεται η περίπτωση κι άλλης πτώχευσης; Δυστυχέστατα στην περίπτωση της χώρας μας η αύξηση της ζήτησης των ομολόγων του δημοσίου δεν σημαίνει τίποτα τέτοιο. Μακάρι να σήμαινε κάτι τέτοιο!
Καταρχάς, να θυμηθούμε ότι το ελληνικό δημόσιο δεν έχει εκδώσει ομόλογα από το περσινό PSI – τότε που εξέδωσε νέα ομόλογα (αγγλικού δικαίου) με τα οποία αντικατέστησε, με πολύ μικρότερη ονομαστική αξία, τα παλαιότερα ομόλογα που κουρεύτηκαν. Από την Άνοιξη του 2012, όταν εκδόθηκαν αυτά τα νέα ομόλογα, μέχρι τον Δεκέμβριο, δεν τα ήθελε κανείς και η εμπορική αξία τους δεν ξεπέρναγε το 30% της ονομαστικής τους αξίας, καθώς όλοι γνώριζαν ότι θα κουρευτούν κι αυτά λόγω της μη βιωσιμότητας του ελληνικού δημόσιου χρέους. Όπερ και εγένετο τον Δεκέμβριο υπό τον ευφημισμό της «επαναγοράς χρέους».
Από τότε, μετά το δεύτερο de facto κούρεμα, έχουν μείνει σε ιδιωτικά χέρια ελάχιστα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου – βασικά στα χέρια κάποιων hedge funds και άλλων ταμείων που τα κρατάνε ως κερδοσκοπικά εργαλεία στην βάση της (σωστής) πρόβλεψης ότι το συντριπτικό ποσοστό του ελληνικού δημόσιου χρέους έχει πλέον μεταφερθεί από τον ιδιωτικό τομέα στην τρόικα, η οποία θα επωμιστεί το τρίτο ελληνικό «κούρεμα».
Εν κατακλείδι, η πορεία των τιμών των ελληνικών ομολόγων (όσων λίγων έχουν απομείνει στους ιδιώτες) δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την πορεία του ελληνικού χρέους. Έτσι, οι αγορές έχουν κάθε λόγο από την μία να κρίνουν ότι τα εναπομείναντα ελληνικά ομόλογα αποτελούν μια καλή αγορά (δεδομένων μάλιστα των χαμηλών τιμών τους) ενώ από την άλλη, την ίδια ακριβώς στιγμή, κατανοούν ότι το ελληνικό δημόσιο θα ξανα-πτωχεύσει (με νέα αναδιάρθρωση του χρέους του, το οποίο θα πλήξει, αυτή τη φορά, τους ευρωπαίους φορολογούμενους) και ο ελληνικός ιδιωτικός τομέας θα συνεχίσει να φθίνει (ιδίως εν όψει της παταγωδώς αποτυχημένης ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών).
Θα με ρωτήσετε: Γιατί όμως θα συμβούλευα, όπως πράττει η Morgan Stanley, τους πελάτες μου (αν είχα τέτοιους!) να αποκτήσουν (για λίγους μήνες) ελληνικά ομόλογα ακόμα κι αν έχω δίκιο ότι η πορεία τους δεν σχετίζεται άμεσα με την πορεία της ελληνικής οικονομίας; Ο λόγος είναι διττός:
Πρώτον, επειδή είναι σχεδόν απίθανο το Eurogroup να κάτσει να ασχοληθεί με ένα νέο κούρεμα αυτών των λίγων ομολόγων του ελληνικού δημοσίου που παραμένουν σε ιδιωτικά χέρια. Θα ήταν «πολύ κακό για το τίποτα». Θα σήμαινε σύγκρουση με αρπαχτικά hedge funds για να επιτευχθεί μια ανεπαίσθητη αλάφρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους. Ακόμα, οι «αγορές» νιώθουν πολύ πιο σίγουρες κρατώντας στο χαρτοφυλάκιό τους ομόλογα πτωχευμένων κρατών-μελών της Ευρωζώνης μετά το Νέο Κυπριακό – μετά την απόφαση του Eurogroup να κουρευτούν οι καταθέτες και να μην αγγιχτούν οι ομολογιούχοι.
Δεύτερον, η συντονισμένη ποσοτική χαλάρωση στις ΗΠΑ, Βρετανία, Σουηδία, Ελβετία και Ιαπωνία, μαζί με τη μείωση των επιτοκίων της ΕΚΤ στα (ουσιαστικά) μηδενικά επίπεδα των υπόλοιπων Κεντρικών Τραπεζών, έχει δημιουργήσει έναν ενδιαφέροντα συνδυασμό: Τεράστια ρευστότητα (παραχθείσα από τις Κεντρικές Τράπεζες) και «εξευτελιστικά» επιτόκια. Έτσι, οι επενδυτές αγοράζουν οτιδήποτε «χαρτί» (π.χ. ελληνικά ομόλογα, junk bonds) βρουν που να τους αποδίδει ένα σοβαρό επιτόκιο – ή που να νομίζουν ότι κάποιοι άλλοι σαν αυτούς θα αγοράσουν σήμερα ή αύριο. Μέσα σε αυτή την ξέφρενη αγοραστική τους μανία, αγοράζουν και τα εναπομείναντα ελληνικά ομόλογα.
Το φαινόμενο της «αναβάθμισης των σκουπιδιών», την ώρα που η πραγματική οικονομία καταβαραθρώνεται, δεν αφορά βέβαια μόνο την Ελλάδα και τα ομόλογά μας. Είναι παγκόσμιο. Να πώς το περιέγραψε πριν μερικές μέρες ο Albert Edwards, αναλυτής της Societe General: «Η μεθυστική δύναμη της Ποσοτικής Χαλάρωσης (σημ. αναφέρεται στη νομισματική επέκταση εκ μέρους των Κεντρικών Τραπεζών, πλην της ΕΚΤ) έχει ναρκώσει τους επενδυτές και τους έχει καταστήσει υποχείρια ενός οργίου τροφοδοτούμενου από το καύσιμο της ρευστότητας. Θα επαναλάβω της σκέψεις μου του 2007... Αυτό το σκεπτικό ρευστότητας δεν είναι τίποτα άλλο παρά «ψέματα, ασυναρτησίες, βλακείες, ακαθαρσίες και απόλυτες ανοησίες»... Η εξελισσόμενη ύφεση, ακολουθούμενη από γενικευμένο αποπληθωρισμό, θα οδηγήσει τελικά στην απώλεια της εμπιστοσύνης των επενδυτών με αποτέλεσμα οι Κεντρικές Τράπεζες να μην καταφέρουν να σταματήσουν την επανάληψη μιας κρίσης αποπληθωρισμού ιαπωνικού τύπου. Παράλληλα, οι αγορές θα συμπεριφέρονται με ενθουσιασμό, όπως και στην Ιαπωνία.» (*)
Συμπερασματικά, όσοι ψάχνουν απεγνωσμένα για σημάδια ανάκαμψης, για το πολυπόθητο φως στο τούνελ, είναι φυσικό να χαρούν με τη συμβουλή της Morgan Stanley και την αύξηση της τιμής των ελληνικών ομολόγων. Η τραγωδία όμως είναι ότι η χαρά τους είναι καταδικασμένη να μετατραπεί σε απόγνωση όταν συνειδητοποιήσουν ότι βασίζεται σε παρανόηση της πραγματικότητας. Η αναβάθμιση των σκουπιδιών όχι μόνο δεν σηματοδοτεί ύφεση της Κρίσης αλλά οφείλεται στο βάθεμα της Ύφεσης. Δυστυχώς.
(*) Παραθέτω το αγγλικό κείμενο του Edwards (το οποίο παράθεσα πιο πάνω σε δική μου μετάφραση): The intoxicating potency of QE has drugged investors into believing they must participate in this liquidity fuelled frenzy. I repeat my thoughts of 2007… this liquidity argument is merely “lies, rhubarb, poppycock, bilge and utter nonsense”…The unfolding recession accompanied by full-blown deflation will result in a loss of investor confidence so that central banks are unable to prevent a Japanese-style deflationary event. The equity market will riot, Japan-style.
Πηγή http://www.protagon.gr/
Wednesday, May 1, 2013
Κοινωνικό κραχ και άνεργη ανάκαμψη «βλέπει» ο Σ.Ρομπόλης του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ
Εργατική Πρωτομαγιά με τις προβλέψεις να μιλούν για πραγματική ανεργία στο 35% φέτος, την αγορά εργασίας πλήρως απορρυθμισμένη, τους εργαζόμενους απελπισμένους, έχοντας χάσει το 50% της αγοραστικής δύναμής τους, τα διεθνή ινστιτούτα και τη Διεθνή Οργάνωση Εργασίας να μιλούν ανοιχτά πια για ανθρωπιστική κρίση, αδιέξοδες πολιτικές, και να φοβούνται κοινωνική έκρηξη.
Το κραχ ανεργίας που η Ελλάδα βιώνει εδώ και δύο χρόνια, μετεξελίχθηκε σε κοινωνικό κραχ, άλλο ένα «επίτευγμα» της εφαρμοζόμενης πολιτικής βίαιης λιτότητας, που συνεχίζεται επίμονα, παρά το γεγονός ότι πλέον είναι χειροπιαστές και αδιαμφισβήτητες οι αποδείξεις ότι οι απώλειες και οι παρενέργειες που προκαλεί ξεπερνούν κατά πολύ τα όποια δημοσιονομικά οφέλη, τονίζει στο in.gr ο Σάββας Ρομπόλης, πανεπιστημιακός και επιστημονικός διευθυντής στο Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ.
Η εικόνα της ελληνικής αγοράς εργασίας σήμερα είναι αυτή της πλήρους απορρύθμισης επισημαίνει, μιλώντας για επιστροφή στις συνθήκες του 19ου αιώνα.
Σοκάρει δε λέγοντας ότι η κατάσταση θα επιδεινωθεί περαιτέρω τα επόμενα χρόνια, καθώς, πέραν της κατάλυσης του εργατικού δικαίου, επιπλέον λόγος που αυτό θα συμβεί είναι η μεγάλη δυσκολία να απορροφηθεί το τεράστιο απόθεμα των ανέργων που έχει δημιουργηθεί και θα συνεχίζει να παράγεται τουλάχιστον μέχρι το 2020 –το γεγονός ότι ο ρυθμός αύξησής του θα είναι μικρότερος, δεδομένων των μεγεθών έχει μάλλον μικρή σημασία.
Άλλωστε ο κυνισμός της αγοράς θέλει το όχημα για τη διάθεση των αποθεμάτων να είναι οι μεγάλες εκπτώσεις.
Ο κ. Ρομπόλης δεν συμμερίζεται την αισιοδοξία που εκφράζει έντονα τις τελευταίες ημέρες η κυβέρνηση για επιστροφή της ανάπτυξης και ανάσχεση του ρυθμού αύξησης – κάποιοι δεν δίστασαν να μιλήσουν και για μείωση- της ανεργίας ήδη από το 2014.
Κατά την άποψή του το αρνητικό πρόσημο της ύφεσης θα αντικατασταθεί το 2015 από μικρή ανάκαμψη της τάξης του 0,5% του ΑΕΠ. Η ανάκαμψη θα είναι αργή, ασθενής και σίγουρα «άνεργη» εξηγεί, εκφράζοντας την εκτίμηση ότι η αποκλιμάκωση της ανεργίας στα επίπεδα κάτω του 10% θα συντελεσθεί το 2025-2027.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η ανάλυσή του για το πώς συνδέεται η ανεργία με το ρυθμό ανάπτυξης, τις επενδύσεις, αλλά και το ύψος του κατώτατου μισθού.
Στην εφ’ όλης της ύλης συνέντευξή του, ο καθηγητής οικονομικών κοινωνικής πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο προβλέπει νέες μειώσεις συντάξεων λόγω της «δεινής κατάστασης των ασφαλιστικών ταμείων».
Μιλά για την μετατροπή του κοινωνικού κράτους σε κράτος φιλανθρωπίας, θέμα που αναλύει και στο πρόσφατο βιβλίο του «Οικονομική κρίση και κοινωνικό κράτος» (Εκδόσεις: Επίκεντρο), εντοπίζοντας τους κινδύνους που εγκυμονεί η εξέλιξη αυτή. Αναγνωρίζει πλήρως την σημασία και την ανεκτίμητη αξία -κυρίως στην παρούσα συγκυρία- των κινήσεων αλληλεγγύης εφιστά ωστόσο την προσοχή στην παγίδα να καλλιεργηθεί η ιδέα ότι μπορούν να υποκαταστήσουν το θεσμοθετημένο κοινωνικό κράτος.
Δεν αποφεύγει τις ερωτήσεις για τη στάση των συνδικάτων, ενώ σε ο,τι αφορά την αντίδραση των πολιτών, -ερώτημα που του θέτουν συχνά στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, όπως λέει-, απαντά με τη ψυχραιμία και τη διορατικότητα που σου εξασφαλίζει η γνώση: «μελετώ συστηματικά τη βιβλιογραφία για την κρίση του ‘29. Σε μια ομιλία του, στο 8ο συνέδριο του Δημοκρατικού κόμματος των ΗΠΑ (2/07/1932) που τον έχρισε υποψήφιο πρόεδρο για τις προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου του 1932, ο Ρούσβελτ αναρωτιόταν πώς είναι δυνατόν με τόσα που έχει υποστεί ο λαός να μην έχει αντιδράσει δυναμικά;»
Δέχεται την ερμηνεία που δίνουν πολλοί ότι ο φόβος και η μη ανάδειξη αξιόπιστης εναλλακτικής λύσης ή η αδυναμία κατανόησής της οδηγεί τον κόσμο σε αυτή την φαινομενικά παθητική στάση και ίσως αυτός είναι και ο λόγος που στην εισαγωγή του βιβλίου του αναφέρει, ότι μέσω της ανάλυσης της οικονομικής κρίσης και των συνεπειών της ακολουθούμενης πολιτικής που έχει «αποτύχει παταγωδώς», επιδιώκεται:
«Να αυξηθεί η πίεση, διαμέσου της μεταμόρφωσης του απελπισμένου και φοβισμένου πολίτη σε ενημερωμένο, συνειδητοποιημένο και κοινωνικά ενεργό, προκειμένου να επιβληθεί η αλλαγή πορείας στην ευρωπαϊκή και ελληνική πολιτική αντιμετώπισης της κρίσης χρέους».
Αναδεικνύοντας τις ευρωπαϊκές διαστάσεις που λαμβάνει πλέον η ανεργία, η παραγωγική καθίζηση και η ύφεση, κρούει ξανά τον κώδωνα του κινδύνου, τονίζοντας ότι η Ευρώπη απαιτείται να εγκαταλείψει τις ακολουθούμενες πολιτικές λιτότητας «που παραλύουν την οικονομία και την κοινωνία», να ανασυγκροτηθεί και να αναζητήσει στο σύνολό της νέο αναπτυξιακό και παραγωγικό μοντέλο, με αποκατάσταση της οικονομικής ισορροπίας μεταξύ πλεονασματικών και ελλειμματικών κρατών στο εσωτερικό της.
Και αν η διατύπωση της άποψης αυτής από την πλευρά του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ -και όχι μόνο- δεν αποτελεί κάτι νέο, αφού έγκαιρα σχεδόν από την αρχή της κρίσης είχε προβλέψει τις αρνητικές εξελίξεις και είχε επισημάνει τους κινδύνους, το νέο και ιδιαιτέρως ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι πλέον τους φόβους και τους προβληματισμούς αυτούς δείχνουν να συμμερίζονται και αξιωματούχοι της ΕΕ. Οι ανισότητες μεταξύ των κρατών - μελών αποτελούν απειλή για τη συνοχή της Ευρωζώνης, υπογράμμισε στις αρχές της εβδομάδας ο αρμόδιος για την Απασχόληση Ευρωπαίος επίτροπος, προειδοποιώντας πως αν οι πλεονασματικές χώρες δεν συμμορφωθούν, η Ευρωζώνη θα διαλυθεί. «Η συνοχή είναι ήδη κατά το ήμισυ χαμένη», τόνισε σε συνέχεια των δηλώσεων κατά της λιτότητας του Ζοζέ Μπαρόζο, του Μάρτιν Σουλτς, αλλά και του ΔΝΤ, δειλά ακόμη και από τον Όλι Ρεν.
Ακριβώς αυτή την διαφαινόμενη στροφή της Ευρώπης ως προς την υποστήριξη της λιτότητας, επισημαίνει ο κ. Ρομπόλης, και υπογραμμίζοντας ότι οι φωνές αμφισβήτησης των ακολουθούμενων αδιέξοδων πολιτικών λιτότητας πληθαίνουν και ακούγονται πλέον και στα επίσημα γραφεία των Βρυξελλών –κάτι ωστόσο που η Ελλάδα δεν εκμεταλλεύεται όπως θα έπρεπε- αφήνει αχτίδα ελπίδας ότι μπορεί να ανατραπεί η πορεία πριν την πλήρη παραγωγική κατάρρευση και κινεζοποίηση της Ελλάδας και του ευρωπαϊκού Νότου, που ούτως ή άλλως, όπως εξηγεί, μακροπρόθεσμα δεν αποτελεί λύση ούτε για αυτούς που σήμερα την προωθούν.
Αργυρώ Π. Τσατσούλη
Διαβάστε τη συνέντευξη του Σάββα Ρομπόλη σε ενότητες:
Πηγή http://news.in.gr/
Friday, April 26, 2013
Ο θυμός της Γερμανίας, τρία χρόνια μετά (του Γιάννη Βαρουφάκη)
Καθώς κλείνουν τρία χρόνια από το Μνημόνιο, οι
επετειακές ανασκοπήσεις δίνουν και παίρνουν, όπως είναι φυσικό. Τρία
χρόνια μετά, ίσως έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον, αντί να προβούμε σε μια
ακόμα επισκόπηση του «κακού που μας βρήκε», να δούμε ξανά αυτά τα τρία
χρόνια, μέσα από τα μάτια του μέσου Γερμανού.
Διαβάζοντας τα ευρήματα του πρόσφατου Ευρωβαρόμετρου, παρατηρούμε μια θεαματική άνοδο του ποσοστού των Γερμανών πολιτών που δεν εμπιστεύονται τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, ούτε και τους χειρισμούς της κυβέρνησής τους ως προς την ευρωπαϊκή κρίση. (Εκεί που το 2007 μόνον το 36% δήλωνε έλλειψη εμπιστοσύνης στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της Γερμανίας, πέρσι, το 2012, το ποσοστό αυτό μετετράπη σε πλειοψηφία της τάξης του 59%.) Σε συνδυασμό με τη δημιουργία του νέου ευρω-σκεπτικιστικού κόμματος (Εναλλακτική για τη Γερμανία), καθώς και της όλο και πιο έντονης καμπάνιας από το Ifo του κ. Sinn και την Bundesbank του κ. Weidemann εναντίον της διάσωσης της Ευρωζώνης μέσα από μια πραγματική τραπεζική ενοποίηση, είναι πασιφανές ότι απομακρύνεται επικίνδυνα η προοπτική της απαραίτητης πολιτικής και οικονομικής συνεννόησης μεταξύ της γερμανικής ηγεσίας και της υπόλοιπης (ελλειμματικής) Ευρώπης.
Μερικές μέρες μετά την υπογραφή του Μνημονίου 1, τον Μάιο του 2010, σε άρθρο εδώ στο protagon με τίτλο «Ο Θυμός της Γερμανίας», είχα χαρακτηρίσει τη δανειακή εκείνη συμφωνία «τιμωρητική» απέναντι στην Ελλάδα. Και αναρωτιόμουνα: «Μας αξίζει μια τέτοια τιμωρία; Μπορεί. Τουλάχιστον ο μέσος Γερμανός έτσι νομίζει. Δεν είναι όμως αυτό το ζήτημα. Το ερώτημα τίθεται αλλιώς: Αξίζει στον μέσο Γερμανό το αποτέλεσμα μιας τέτοιας εκδικητικής τιμωρίας; Νομίζω πως όχι. Έχει εργασθεί πολύ σκληρά ο μέσος Γερμανός για να του πρέπει μια Κρίση σαν αυτή που θα έρθει αν η κυβέρνησή του επιμείνει να μας επιβάλει τις Νέες Βερσαλλίες».
Τρία χρόνια μετά είναι πλέον γενικώς αποδεκτό, ακόμα και για τους ιθύνοντες του ΔΝΤ, ακόμα και για τον κ. Τόμπσεν, ότι η δανειακή συμφωνία του Μαίου του 2008, και οι όροι που την ακολούθησαν, όντως εμπίπτει σε αυτό που ένας φίλος οικονομολόγος εδώ στην Αμερική ονομάζει Βιβλική Διαχείριση Κρίσης (Biblical Crisis Management) – δηλαδή μια αυστηρή, τιμωρητική πολιτική που, εν τέλει, αποτυγχάνει (σύμφωνα με τα δικά της τα κριτήρια) να σταθεροποιήσει την κοινωνική οικονομία των οποίων τους πολίτες τιμωρεί παραδειγματικά. Αυτό που δεν είναι πασιφανές, αλλά που νομίζω ότι ισχύει, είναι ότι, πράγματι, ο μέσος Γερμανός είδε τη ζωή του να χειροτερεύει λόγω των «τιμωρητικών» Νέων Βερσαλλιών που πρωτο-επιβλήθηκαν στην Ελλάδα και που, κατόπιν, επεκτάθησαν σε μεγάλο τμήμα της Ευρωζώνης.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης του Βερολίνου, ο μέσος Γερμανός βρέθηκε στο μάτι μιας συστηματικής οικονομικής επιδείνωσης. Μπορεί η ανεργία στη Γερμανία να κρατιέται, προς το παρόν, χαμηλά, αλλά το ποσοστό των εργαζόμενων-πτωχών (δηλαδή εργαζόμενων που βρίσκονται κάτω από το επίσημο γερμανικό όριο της φτώχειας – που δίδεται ως το 60% του μεσαίου εισοδήματος) αυξήθηκε τα τελευταία πέντε χρόνια κατά 82%! Έτσι, οι σκληρά εργαζόμενοι Γερμανοί είτε βιώνουν πρωτοφανή οικονομική στενότητα είτε βλέπουν συναδέλφους τους, φίλους τους, να δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα χωρίς κρατικά επιδόματα. Παράλληλα, βλέπουν τις υπηρεσίες υγείας τους να πλήττονται από μεγάλες δόσεις κρατικής λιτότητας (καθώς η κυβέρνηση πασχίζει, στο πλαίσιο της αυτο-επιβολής αυστηρών δημοσιονομικών στόχων), και τα δημόσια σχολεία τους να υστερούν, την ώρα που ακούν από την τηλεόραση και διαβάζουν στην Bild για δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ που πηγαίνουν ως δάνεια στις χώρες και στις τράπεζες της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Φυσικό είναι, υπό αυτές τις συνθήκες, ο μέσος Γερμανός να μη θέλει να ακούσει για χαλάρωση της αυστηρής αντιμετώπισης εκείνων τους οποίους θεωρεί υπεύθυνους για τα δεινά του – τους Έλληνες, τους Πορτογάλους, τους Ιταλούς. Κι όποιος Γερμανός πολιτικός ή οικονομολόγος καταφερθεί εναντίον αυτών των Νέων Βερσαλλιών, χάνει αμέσως την εμπιστοσύνη του γερμανικού κοινού.
Κάπως έτσι εξηγείται το γεγονός ότι το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, το SPD, δεν τολμά να δηλώσει (παρά μόνο κεκλεισμένων των θυρών) ότι συμφωνεί με όσους εξ ημών επιχειρηματολογούν υπέρ ευρωομολόγων, υπέρ μιας πραγματικής τραπεζικής ενοποίησης, υπέρ ενός ευρωζωνικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Κόμματα και πολίτες εγκλωβίζονται σε μια ισορροπία κατεστημένων στρεβλών απόψεων που αποκλείουν την οποιαδήποτε συζήτηση για γενναία βήματα προς ορθολογικές λύσεις σε επίπεδο Ευρωζώνης. Την ίδια στιγμή, οι γερμανικές τράπεζες κάνουν πάρτυ λόγω της συνεχιζόμενης κρίσης (βλέποντας τα κεφάλαια των αποταμιευτών της Περιφέρειας να ρέουν προς αυτές) ενώ το γερμανικό κράτος ποτέ του δεν μπορούσε να δανείζεται με χαμηλότερα επιτόκια.
Κάπως ετσι, το default της γερμανικής κοινής γνώμης δεν είναι άλλο από την εμμονή στη γενικευμένη λιτότητα και στην κάθετη άρνηση οποιασδήποτε δημιουργίας μηχανισμού ανακύκλωσης των γερμανικών πλεονασμάτων που είναι απαραίτητος τόσο για τη διατήρηση και αναπαραγωγή τους, όσο και για τη διάχυσή τους σε πλατύτερα στρώματα της (χειμαζόμενης) γερμανικής κοινωνίας. Το χειρότερο είναι ότι όσο περισσότερους Γερμανούς εγκλωβίζει η ισορροπία αυτή στη (σχετική) φτώχεια, τόσο περισσότερο ενισχύεται, καθιστώντας ακόμα πιο δυσχερή την απόδραση του γερμανικού λαού από τη λογική των Νέων Βερσαλλιών που καταστρέφουν την Ευρωπαϊκή Περιφέρεια, πλήττοντας ταυτόχρονα τον μέσο Γερμανό εργαζόμενο.
Αν αναφέρομαι ξανά και ξανά στη Συνθήκη των Βερσαλλιών (κάτι που έκανα για πρώτη φορά το 2010), το κάνω (α) επειδή ο παραλληλισμός με τα δικά μας ευρωζωνικά Μνημόνια είναι πολύ χρήσιμος και διαφωτιστικός, και (β) επειδή ο μέσος Γερμανός θα έπρεπε να μπορεί να καταλάβει το παράδοξο που ελλοχεύει σε μια τέτοιου είδους και φύσης Συνθήκη. Σημασία δεν είχε, τότε, μετά το πέρας του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, αν οι Γερμανοί άξιζαν να τιμωρηθούν συλλογικά για τον πόλεμο.
Σημασία είχε, όπως προειδοποίησε ο Keynes τους Βρετανούς και τους Γάλλους νικητές, ότι η «τιμωρητική» Συνθήκη των Βερσαλλιών τελικά θα αποδεικνυόταν μπούμερανγκ για εκείνους (αγγλογάλλους) που την επέβαλαν με σκοπό την τιμωρία των Γερμανών. Όπως έγραφα σε εκείνο το άρθρο πριν από τρία χρόνια: «Από τη μία, οι Επανορθώσεις ποτέ δεν βοήθησαν τους νικητές αρκετά ενώ, από την άλλη, είχαν εφιαλτικά αποτελέσματα στη Γερμανία, την οικονομική ζωή της οποίας αφαίμαξαν τόσο που ο Χίτλερ βρήκε εύφορο έδαφος πάνω στο οποίο να σπείρει τα δηλητηριασμένα κηρύγματά του. Και δεν ήταν μόνο αυτό. Το γεγονός ότι μια μεγάλη βιομηχανική χώρα αναγκάστηκε να εισάγει όλο και λιγότερα αγαθά από τη Γαλλία και τη Βρετανία, αποσταθεροποίησε τη βιομηχανία των δύο Ευρωπαίων νικητών. Την αποσταθεροποίησε τόσο που όταν "χτύπησε" το 1929, το χτύπημα ήταν ακόμα πιο επώδυνο».
Κάτι αντίστοιχο ισχύει σήμερα στη Γερμανία και εξηγεί τους λόγους που ο μέσος Γερμανός υποφέρει πολύ περισσότερο τα τρία τελευταία χρόνια, ως αποτέλεσμα της επιβολής των Μνημονίων στην Περιφέρεια, από όσο του «άξιζε» να υποφέρει – από όσο «χρειαζόταν» να υποφέρει. Για να πάρουμε μια ιδέα του πόσο βασίζεται η γερμανική βιομηχανία, από την οποία εξαρτάται η διαβίωση του μέσου Γερμανού εργαζόμενου, το 2012, η Γερμανία παρουσίασε εμπορικό έλλειμμα €27 δισ. με χώρες από τις οποίες εισάγει ενέργεια – Ρωσία, Λιβύη και Νορβηγία. Παράλληλα, είχε έλλειμμα στο εμπορικό της ισοζύγιο της τάξης των €4,7 δισ. και €11,7 δισ., αντίστοιχα, με την Ιαπωνία και την Κίνα.
Συνολικά, το γερμανικό εμπορικό έλλειμμα απέναντι στις υπόλοιπες πλεονασματικές (εξαγωγικές) χώρες (εκτός ΕΕ) έφτασε, για το 2012, τα €43,4 δισ. Και πώς κάλυψε αυτό το εμπορικό έλλειμμα; Το κάλυψε μέσω ενός γιγαντιαίου εμπορικού πλεονάσματος της τάξης των €54.6 δισ. που είχε με τις... ελλειμματικές χώρες της Ευρωζώνης (Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Ελλάδα, Κύπρο και Ιρλανδία). Με άλλα λόγια, οι καθαρές εξαγωγές της Γερμανίας, σε χώρες που η επικρατούσα στη Γερμανία «ισορροπία απόψεων» θεωρεί ότι πρέπει να μείνουν στον Προκρούστη των Νέων Βερσαλλιών, μειώνοντας την αγοραστική τους δύναμη, ήταν εκείνες που κάλυψαν (με τις αγορές τους γερμανικών εξαγωγών) ολόκληρο το εμπορικό έλλειμμα της Γερμανίας προς την Κίνα, την Ιαπωνία, τη Νορβηγία, τη Ρωσία και τη Λιβύη, αφήνοντας μάλιστα ένα υπόλοιπο €11,2 δισ. το οποίο βοήθησε τη Γερμανία να καλύψει μεγάλο μέρος των μεταβιβάσεων των γερμανικών βιομηχανικών θηρίων (π.χ. τη VW-Audi) προς τις θυγατρικές και τους προμηθευτές τους στην Τσεχία-Σλοβακία (€3,4 δισ.) και την Ολλανδία (€15 δισ.).
Το 2013, τι θα απογίνει αυτός ο ισολογισμός; Δεδομένου ότι οι Νέες Βερσαλλίες επιφέρουν μείωση της αγοραστικής δύναμης των ελλειμματικών χωρών, σε βαθμό που κόβει την ανάσα, από πού θα βρει η γερμανική βιομηχανία τη ζήτηση που απαιτεί ώστε να κρατηθεί πλεονασματική (για να μη χρειαστεί να προβεί σε απολύσεις); Από την Κίνα; Ήδη έχουμε εμφανή στοιχεία που δείχνουν μεγάλη πτώση των γερμανικών εξαγωγών στην Κίνα για το 2013. Από την Ιαπωνία; Αδύνατον, δεδομένης της επιθετικά επεκτατικής νομισματικής πολιτικής της Κεντρικής Τράπεζας του Τόκυο η οποία ρίχνει το γιεν. Από την Αμερική; Και πάλι η απάντηση μοιάζει αρνητική καθώς το δολάριο τείνει προς τα κάτω ως αποτέλεσμα της χαλαρής πολιτικής της Fed σε αντιδιαστολή με τη συστηματικά σκληρή πολιτική της ΕΚΤ.
Το μόνο λογικό συμπέρασμα είναι ότι η τιμωρητική πολιτική εναντίον των ελλειμματικών Ευρωπαίων, που πρωτο-εφαρμόστηκε πριν τρία χρόνια στην Ελλάδα και επεκτείνεται στην Ευρωζώνη μέρα με τη μέρα (παρά τα λόγια του αέρα του κ. Μπαρόζο), η πολιτική που ονομάζω -τρία χρόνια τώρα- «Νέες Βερσαλλίες», θα πλήξουν κι άλλο, πολύ χειρότερα, τον μέσο, σκληρά εργαζόμενο Γερμανό – στον οποίο εξαρχής άξιζε καλύτερη τύχη. Κι όσο η νέα δυστυχία των νεόπτωχων Γερμανών γίνεται πιο εμφανής στη Γερμανία και τροφοδοτεί όλο και πιο πολύ την έφεση προς ακόμα αυστηρότερη τιμωρητική πολιτική απέναντι στους ελλειμματικούς λαούς, τόσο πιο μικρά θα είναι τα περιθώρια για μια ορθολογική λύση της Κρίσης του Ευρώ. Μια τέτοια διαδικασία δεν μπορεί να έχει αίσιο τέλος για την Ευρώπη – Βόρεια ή Νότια, ελλειμματική ή πλεονασματική.
Διαβάζοντας τα ευρήματα του πρόσφατου Ευρωβαρόμετρου, παρατηρούμε μια θεαματική άνοδο του ποσοστού των Γερμανών πολιτών που δεν εμπιστεύονται τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, ούτε και τους χειρισμούς της κυβέρνησής τους ως προς την ευρωπαϊκή κρίση. (Εκεί που το 2007 μόνον το 36% δήλωνε έλλειψη εμπιστοσύνης στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της Γερμανίας, πέρσι, το 2012, το ποσοστό αυτό μετετράπη σε πλειοψηφία της τάξης του 59%.) Σε συνδυασμό με τη δημιουργία του νέου ευρω-σκεπτικιστικού κόμματος (Εναλλακτική για τη Γερμανία), καθώς και της όλο και πιο έντονης καμπάνιας από το Ifo του κ. Sinn και την Bundesbank του κ. Weidemann εναντίον της διάσωσης της Ευρωζώνης μέσα από μια πραγματική τραπεζική ενοποίηση, είναι πασιφανές ότι απομακρύνεται επικίνδυνα η προοπτική της απαραίτητης πολιτικής και οικονομικής συνεννόησης μεταξύ της γερμανικής ηγεσίας και της υπόλοιπης (ελλειμματικής) Ευρώπης.
Μερικές μέρες μετά την υπογραφή του Μνημονίου 1, τον Μάιο του 2010, σε άρθρο εδώ στο protagon με τίτλο «Ο Θυμός της Γερμανίας», είχα χαρακτηρίσει τη δανειακή εκείνη συμφωνία «τιμωρητική» απέναντι στην Ελλάδα. Και αναρωτιόμουνα: «Μας αξίζει μια τέτοια τιμωρία; Μπορεί. Τουλάχιστον ο μέσος Γερμανός έτσι νομίζει. Δεν είναι όμως αυτό το ζήτημα. Το ερώτημα τίθεται αλλιώς: Αξίζει στον μέσο Γερμανό το αποτέλεσμα μιας τέτοιας εκδικητικής τιμωρίας; Νομίζω πως όχι. Έχει εργασθεί πολύ σκληρά ο μέσος Γερμανός για να του πρέπει μια Κρίση σαν αυτή που θα έρθει αν η κυβέρνησή του επιμείνει να μας επιβάλει τις Νέες Βερσαλλίες».
Τρία χρόνια μετά είναι πλέον γενικώς αποδεκτό, ακόμα και για τους ιθύνοντες του ΔΝΤ, ακόμα και για τον κ. Τόμπσεν, ότι η δανειακή συμφωνία του Μαίου του 2008, και οι όροι που την ακολούθησαν, όντως εμπίπτει σε αυτό που ένας φίλος οικονομολόγος εδώ στην Αμερική ονομάζει Βιβλική Διαχείριση Κρίσης (Biblical Crisis Management) – δηλαδή μια αυστηρή, τιμωρητική πολιτική που, εν τέλει, αποτυγχάνει (σύμφωνα με τα δικά της τα κριτήρια) να σταθεροποιήσει την κοινωνική οικονομία των οποίων τους πολίτες τιμωρεί παραδειγματικά. Αυτό που δεν είναι πασιφανές, αλλά που νομίζω ότι ισχύει, είναι ότι, πράγματι, ο μέσος Γερμανός είδε τη ζωή του να χειροτερεύει λόγω των «τιμωρητικών» Νέων Βερσαλλιών που πρωτο-επιβλήθηκαν στην Ελλάδα και που, κατόπιν, επεκτάθησαν σε μεγάλο τμήμα της Ευρωζώνης.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης του Βερολίνου, ο μέσος Γερμανός βρέθηκε στο μάτι μιας συστηματικής οικονομικής επιδείνωσης. Μπορεί η ανεργία στη Γερμανία να κρατιέται, προς το παρόν, χαμηλά, αλλά το ποσοστό των εργαζόμενων-πτωχών (δηλαδή εργαζόμενων που βρίσκονται κάτω από το επίσημο γερμανικό όριο της φτώχειας – που δίδεται ως το 60% του μεσαίου εισοδήματος) αυξήθηκε τα τελευταία πέντε χρόνια κατά 82%! Έτσι, οι σκληρά εργαζόμενοι Γερμανοί είτε βιώνουν πρωτοφανή οικονομική στενότητα είτε βλέπουν συναδέλφους τους, φίλους τους, να δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα χωρίς κρατικά επιδόματα. Παράλληλα, βλέπουν τις υπηρεσίες υγείας τους να πλήττονται από μεγάλες δόσεις κρατικής λιτότητας (καθώς η κυβέρνηση πασχίζει, στο πλαίσιο της αυτο-επιβολής αυστηρών δημοσιονομικών στόχων), και τα δημόσια σχολεία τους να υστερούν, την ώρα που ακούν από την τηλεόραση και διαβάζουν στην Bild για δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ που πηγαίνουν ως δάνεια στις χώρες και στις τράπεζες της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Φυσικό είναι, υπό αυτές τις συνθήκες, ο μέσος Γερμανός να μη θέλει να ακούσει για χαλάρωση της αυστηρής αντιμετώπισης εκείνων τους οποίους θεωρεί υπεύθυνους για τα δεινά του – τους Έλληνες, τους Πορτογάλους, τους Ιταλούς. Κι όποιος Γερμανός πολιτικός ή οικονομολόγος καταφερθεί εναντίον αυτών των Νέων Βερσαλλιών, χάνει αμέσως την εμπιστοσύνη του γερμανικού κοινού.
Κάπως έτσι εξηγείται το γεγονός ότι το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, το SPD, δεν τολμά να δηλώσει (παρά μόνο κεκλεισμένων των θυρών) ότι συμφωνεί με όσους εξ ημών επιχειρηματολογούν υπέρ ευρωομολόγων, υπέρ μιας πραγματικής τραπεζικής ενοποίησης, υπέρ ενός ευρωζωνικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Κόμματα και πολίτες εγκλωβίζονται σε μια ισορροπία κατεστημένων στρεβλών απόψεων που αποκλείουν την οποιαδήποτε συζήτηση για γενναία βήματα προς ορθολογικές λύσεις σε επίπεδο Ευρωζώνης. Την ίδια στιγμή, οι γερμανικές τράπεζες κάνουν πάρτυ λόγω της συνεχιζόμενης κρίσης (βλέποντας τα κεφάλαια των αποταμιευτών της Περιφέρειας να ρέουν προς αυτές) ενώ το γερμανικό κράτος ποτέ του δεν μπορούσε να δανείζεται με χαμηλότερα επιτόκια.
Κάπως ετσι, το default της γερμανικής κοινής γνώμης δεν είναι άλλο από την εμμονή στη γενικευμένη λιτότητα και στην κάθετη άρνηση οποιασδήποτε δημιουργίας μηχανισμού ανακύκλωσης των γερμανικών πλεονασμάτων που είναι απαραίτητος τόσο για τη διατήρηση και αναπαραγωγή τους, όσο και για τη διάχυσή τους σε πλατύτερα στρώματα της (χειμαζόμενης) γερμανικής κοινωνίας. Το χειρότερο είναι ότι όσο περισσότερους Γερμανούς εγκλωβίζει η ισορροπία αυτή στη (σχετική) φτώχεια, τόσο περισσότερο ενισχύεται, καθιστώντας ακόμα πιο δυσχερή την απόδραση του γερμανικού λαού από τη λογική των Νέων Βερσαλλιών που καταστρέφουν την Ευρωπαϊκή Περιφέρεια, πλήττοντας ταυτόχρονα τον μέσο Γερμανό εργαζόμενο.
Αν αναφέρομαι ξανά και ξανά στη Συνθήκη των Βερσαλλιών (κάτι που έκανα για πρώτη φορά το 2010), το κάνω (α) επειδή ο παραλληλισμός με τα δικά μας ευρωζωνικά Μνημόνια είναι πολύ χρήσιμος και διαφωτιστικός, και (β) επειδή ο μέσος Γερμανός θα έπρεπε να μπορεί να καταλάβει το παράδοξο που ελλοχεύει σε μια τέτοιου είδους και φύσης Συνθήκη. Σημασία δεν είχε, τότε, μετά το πέρας του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, αν οι Γερμανοί άξιζαν να τιμωρηθούν συλλογικά για τον πόλεμο.
Σημασία είχε, όπως προειδοποίησε ο Keynes τους Βρετανούς και τους Γάλλους νικητές, ότι η «τιμωρητική» Συνθήκη των Βερσαλλιών τελικά θα αποδεικνυόταν μπούμερανγκ για εκείνους (αγγλογάλλους) που την επέβαλαν με σκοπό την τιμωρία των Γερμανών. Όπως έγραφα σε εκείνο το άρθρο πριν από τρία χρόνια: «Από τη μία, οι Επανορθώσεις ποτέ δεν βοήθησαν τους νικητές αρκετά ενώ, από την άλλη, είχαν εφιαλτικά αποτελέσματα στη Γερμανία, την οικονομική ζωή της οποίας αφαίμαξαν τόσο που ο Χίτλερ βρήκε εύφορο έδαφος πάνω στο οποίο να σπείρει τα δηλητηριασμένα κηρύγματά του. Και δεν ήταν μόνο αυτό. Το γεγονός ότι μια μεγάλη βιομηχανική χώρα αναγκάστηκε να εισάγει όλο και λιγότερα αγαθά από τη Γαλλία και τη Βρετανία, αποσταθεροποίησε τη βιομηχανία των δύο Ευρωπαίων νικητών. Την αποσταθεροποίησε τόσο που όταν "χτύπησε" το 1929, το χτύπημα ήταν ακόμα πιο επώδυνο».
Κάτι αντίστοιχο ισχύει σήμερα στη Γερμανία και εξηγεί τους λόγους που ο μέσος Γερμανός υποφέρει πολύ περισσότερο τα τρία τελευταία χρόνια, ως αποτέλεσμα της επιβολής των Μνημονίων στην Περιφέρεια, από όσο του «άξιζε» να υποφέρει – από όσο «χρειαζόταν» να υποφέρει. Για να πάρουμε μια ιδέα του πόσο βασίζεται η γερμανική βιομηχανία, από την οποία εξαρτάται η διαβίωση του μέσου Γερμανού εργαζόμενου, το 2012, η Γερμανία παρουσίασε εμπορικό έλλειμμα €27 δισ. με χώρες από τις οποίες εισάγει ενέργεια – Ρωσία, Λιβύη και Νορβηγία. Παράλληλα, είχε έλλειμμα στο εμπορικό της ισοζύγιο της τάξης των €4,7 δισ. και €11,7 δισ., αντίστοιχα, με την Ιαπωνία και την Κίνα.
Συνολικά, το γερμανικό εμπορικό έλλειμμα απέναντι στις υπόλοιπες πλεονασματικές (εξαγωγικές) χώρες (εκτός ΕΕ) έφτασε, για το 2012, τα €43,4 δισ. Και πώς κάλυψε αυτό το εμπορικό έλλειμμα; Το κάλυψε μέσω ενός γιγαντιαίου εμπορικού πλεονάσματος της τάξης των €54.6 δισ. που είχε με τις... ελλειμματικές χώρες της Ευρωζώνης (Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Ελλάδα, Κύπρο και Ιρλανδία). Με άλλα λόγια, οι καθαρές εξαγωγές της Γερμανίας, σε χώρες που η επικρατούσα στη Γερμανία «ισορροπία απόψεων» θεωρεί ότι πρέπει να μείνουν στον Προκρούστη των Νέων Βερσαλλιών, μειώνοντας την αγοραστική τους δύναμη, ήταν εκείνες που κάλυψαν (με τις αγορές τους γερμανικών εξαγωγών) ολόκληρο το εμπορικό έλλειμμα της Γερμανίας προς την Κίνα, την Ιαπωνία, τη Νορβηγία, τη Ρωσία και τη Λιβύη, αφήνοντας μάλιστα ένα υπόλοιπο €11,2 δισ. το οποίο βοήθησε τη Γερμανία να καλύψει μεγάλο μέρος των μεταβιβάσεων των γερμανικών βιομηχανικών θηρίων (π.χ. τη VW-Audi) προς τις θυγατρικές και τους προμηθευτές τους στην Τσεχία-Σλοβακία (€3,4 δισ.) και την Ολλανδία (€15 δισ.).
Το 2013, τι θα απογίνει αυτός ο ισολογισμός; Δεδομένου ότι οι Νέες Βερσαλλίες επιφέρουν μείωση της αγοραστικής δύναμης των ελλειμματικών χωρών, σε βαθμό που κόβει την ανάσα, από πού θα βρει η γερμανική βιομηχανία τη ζήτηση που απαιτεί ώστε να κρατηθεί πλεονασματική (για να μη χρειαστεί να προβεί σε απολύσεις); Από την Κίνα; Ήδη έχουμε εμφανή στοιχεία που δείχνουν μεγάλη πτώση των γερμανικών εξαγωγών στην Κίνα για το 2013. Από την Ιαπωνία; Αδύνατον, δεδομένης της επιθετικά επεκτατικής νομισματικής πολιτικής της Κεντρικής Τράπεζας του Τόκυο η οποία ρίχνει το γιεν. Από την Αμερική; Και πάλι η απάντηση μοιάζει αρνητική καθώς το δολάριο τείνει προς τα κάτω ως αποτέλεσμα της χαλαρής πολιτικής της Fed σε αντιδιαστολή με τη συστηματικά σκληρή πολιτική της ΕΚΤ.
Το μόνο λογικό συμπέρασμα είναι ότι η τιμωρητική πολιτική εναντίον των ελλειμματικών Ευρωπαίων, που πρωτο-εφαρμόστηκε πριν τρία χρόνια στην Ελλάδα και επεκτείνεται στην Ευρωζώνη μέρα με τη μέρα (παρά τα λόγια του αέρα του κ. Μπαρόζο), η πολιτική που ονομάζω -τρία χρόνια τώρα- «Νέες Βερσαλλίες», θα πλήξουν κι άλλο, πολύ χειρότερα, τον μέσο, σκληρά εργαζόμενο Γερμανό – στον οποίο εξαρχής άξιζε καλύτερη τύχη. Κι όσο η νέα δυστυχία των νεόπτωχων Γερμανών γίνεται πιο εμφανής στη Γερμανία και τροφοδοτεί όλο και πιο πολύ την έφεση προς ακόμα αυστηρότερη τιμωρητική πολιτική απέναντι στους ελλειμματικούς λαούς, τόσο πιο μικρά θα είναι τα περιθώρια για μια ορθολογική λύση της Κρίσης του Ευρώ. Μια τέτοια διαδικασία δεν μπορεί να έχει αίσιο τέλος για την Ευρώπη – Βόρεια ή Νότια, ελλειμματική ή πλεονασματική.
Πηγή http://www.protagon.gr/
Tuesday, April 9, 2013
Το πείραμα που έλυσε το πρόβλημα της φτώχειας - Πέτυχε, αλλά δεν εφαρμόστηκε
Φανταστείτε μία πόλη στης οποίας τους κατοίκους η κυβέρνηση θα
πρόσφερε σταθερό εισόδημα διαβίωσης, ανεξάρτητα από το ποιοι ήταν και τι
έκαναν. Αυτό ακριβώς συνέβη πειραματικά, για μία χρονική περίοδο 4 ετών
κατά τη δεκαετία του 1970, στον Καναδά, όταν κυβέρνηση και τοπική
αυτοδιοίκηση αποφάσισαν να διασφαλίσουν ένα εγγυημένο μίνιμουμ εισόδημα
στις φτωχότερες οικογένειες της πόλης Ντοφίν της Μανιτόμπα.
Λίγα πράγματα έχουν γίνει γνωστά σχετικά με τα αποτελέσματα του πειράματος στη μικρή πόλη αγροτών, καθώς η καναδική κυβέρνηση για άγνωστους λόγους προτίμησε να μη δημοσιοποιήσει τα πορίσματα.
Επειτα, όμως, από πενταετή έρευνα και επίμονο αγώνα, η καθηγήτρια και κοινωνική ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο της Μανιτόμπα, Εβελιν Φόρτζετ, κατάφερε το 2009 να βρει πρόσβαση στα σχετικά αρχεία. Και αυτό που εξήγαγε ως συμπέρασμα ήταν ότι το εν λόγω πειραματικό πρόγραμμα θα μπορούσε να εφαρμοστεί και να λειτουργήσει με εξαιρετικά ποσοστά επιτυχίας.
Σε αντίθεση με το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας, η οποία απευθύνεται μονάχα σε άτομα τα οποία πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, το σχέδιο «Μίνιμουμ Εισόδημα» απευθυνόταν σε όλους, όντας το πρώτο και το μόνο τέτοιου τύπου ανοικτό πρόγραμμα κοινωνικής στήριξης που τέθηκε ποτέ σε λειτουργία, όχι μόνο στον Καναδά, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Δυστυχώς, όμως, τερματίστηκε αναπάντεχα το 1978, όταν ο Καναδάς επλήγη από ισχυρή οικονομική ύφεση.
Αρχικά, το πείραμα είχε συλληφθεί ως πιλοτικό πρόγραμμα το οποίο αφορούσε στην αγορά εργασίας. Αυτό που ήθελε να μάθει η κυβέρνηση ήταν τι θα συνέβαινε αν ο καθένας ξεχωριστά στην πόλη λάμβανε ένα σταθερό εισόδημα και, ειδικότερα, εάν οι άνθρωποι θα εξακολουθούσαν να θέλουν να εργαστούν. Και αποδείχτηκε πως όντως οι άνθρωποι δεν θέλησαν να εγκαταλείψουν τις εργασίες τους.
Δύο μονάχα τμήματα της εργατικής δύναμης της μικρής πόλης μείωσαν το χρόνο εργασίας τους ως αποτέλεσμα του προγράμματος: οι μητέρες και οι έφηβοι. Οι μεν λόγω του ότι είχαν πλέον τη δυνατότητα να περάσουν περισσότερο χρόνο με τα νεογέννητα βρέφη τους και οι δε επειδή η ανάγκη να συνεισφέρουν στο εισόδημα των οικογενειών τους δεν ήταν πια τόσο πιεστική.
Στην περίοδο κατά την οποία βρισκόταν σε ισχύ το πρόγραμμα, οι επισκέψεις στα νοσοκομεία μειώθηκαν κατά 8.5%: λιγότερα εργατικά ατυχήματα, λιγότερες επισκέψεις στα εξωτερικά ιατρεία νοσοκομείων λόγω αυτοκινητιστικών ατυχημάτων και περιστατικών οικογενειακής βίας, αλλά και λιγότερα προβλήματα ψυχιατρικής φύσεως.
Με σημερινούς όρους, μία αντίστοιχη μείωση της τάξης του 8.5% στα περιστατικά ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης σε ολόκληρο τον Καναδά θα απέφερε στην κυβέρνηση 4 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως.
Εάν ένας τέτοιος τύπος προγράμματος κοινωνικής στήριξης μπορούσε να εφαρμοστεί σε μεγαλύτερα τμήματα πληθυσμού και αποδειχθεί αποτελεσματικότερο από κάθε άλλο πρόγραμμα πρόνοιας, τότε γιατί ο Καναδάς, αλλά και άλλες χώρες στον κόσμο δεν έχουν επιχειρήσει να το θέσουν σε εφαρμογή;
Καθώς τονίζει η Εβελιν Φόρτζετ, το μεγαλύτερο ίσως εμπόδιο είναι η υπερίσχυση των αρνητικών στερεότυπων για τους φτωχούς: «είναι βαθιά ριζωμένη στις συνειδήσεις των ανθρώπων η πεποίθηση ότι δεν θα έπρεπε να προσφέρουμε στους ανθρώπους χρήματα για το τίποτα»...
Πηγή http://www.iefimerida.gr/
Πηγή στην wikipedia http://en.wikipedia.org/wiki/Mincome
Λίγα πράγματα έχουν γίνει γνωστά σχετικά με τα αποτελέσματα του πειράματος στη μικρή πόλη αγροτών, καθώς η καναδική κυβέρνηση για άγνωστους λόγους προτίμησε να μη δημοσιοποιήσει τα πορίσματα.
Επειτα, όμως, από πενταετή έρευνα και επίμονο αγώνα, η καθηγήτρια και κοινωνική ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο της Μανιτόμπα, Εβελιν Φόρτζετ, κατάφερε το 2009 να βρει πρόσβαση στα σχετικά αρχεία. Και αυτό που εξήγαγε ως συμπέρασμα ήταν ότι το εν λόγω πειραματικό πρόγραμμα θα μπορούσε να εφαρμοστεί και να λειτουργήσει με εξαιρετικά ποσοστά επιτυχίας.
Σε αντίθεση με το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας, η οποία απευθύνεται μονάχα σε άτομα τα οποία πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, το σχέδιο «Μίνιμουμ Εισόδημα» απευθυνόταν σε όλους, όντας το πρώτο και το μόνο τέτοιου τύπου ανοικτό πρόγραμμα κοινωνικής στήριξης που τέθηκε ποτέ σε λειτουργία, όχι μόνο στον Καναδά, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Δυστυχώς, όμως, τερματίστηκε αναπάντεχα το 1978, όταν ο Καναδάς επλήγη από ισχυρή οικονομική ύφεση.
Αρχικά, το πείραμα είχε συλληφθεί ως πιλοτικό πρόγραμμα το οποίο αφορούσε στην αγορά εργασίας. Αυτό που ήθελε να μάθει η κυβέρνηση ήταν τι θα συνέβαινε αν ο καθένας ξεχωριστά στην πόλη λάμβανε ένα σταθερό εισόδημα και, ειδικότερα, εάν οι άνθρωποι θα εξακολουθούσαν να θέλουν να εργαστούν. Και αποδείχτηκε πως όντως οι άνθρωποι δεν θέλησαν να εγκαταλείψουν τις εργασίες τους.
Δύο μονάχα τμήματα της εργατικής δύναμης της μικρής πόλης μείωσαν το χρόνο εργασίας τους ως αποτέλεσμα του προγράμματος: οι μητέρες και οι έφηβοι. Οι μεν λόγω του ότι είχαν πλέον τη δυνατότητα να περάσουν περισσότερο χρόνο με τα νεογέννητα βρέφη τους και οι δε επειδή η ανάγκη να συνεισφέρουν στο εισόδημα των οικογενειών τους δεν ήταν πια τόσο πιεστική.
Στην περίοδο κατά την οποία βρισκόταν σε ισχύ το πρόγραμμα, οι επισκέψεις στα νοσοκομεία μειώθηκαν κατά 8.5%: λιγότερα εργατικά ατυχήματα, λιγότερες επισκέψεις στα εξωτερικά ιατρεία νοσοκομείων λόγω αυτοκινητιστικών ατυχημάτων και περιστατικών οικογενειακής βίας, αλλά και λιγότερα προβλήματα ψυχιατρικής φύσεως.
Με σημερινούς όρους, μία αντίστοιχη μείωση της τάξης του 8.5% στα περιστατικά ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης σε ολόκληρο τον Καναδά θα απέφερε στην κυβέρνηση 4 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως.
Εάν ένας τέτοιος τύπος προγράμματος κοινωνικής στήριξης μπορούσε να εφαρμοστεί σε μεγαλύτερα τμήματα πληθυσμού και αποδειχθεί αποτελεσματικότερο από κάθε άλλο πρόγραμμα πρόνοιας, τότε γιατί ο Καναδάς, αλλά και άλλες χώρες στον κόσμο δεν έχουν επιχειρήσει να το θέσουν σε εφαρμογή;
Καθώς τονίζει η Εβελιν Φόρτζετ, το μεγαλύτερο ίσως εμπόδιο είναι η υπερίσχυση των αρνητικών στερεότυπων για τους φτωχούς: «είναι βαθιά ριζωμένη στις συνειδήσεις των ανθρώπων η πεποίθηση ότι δεν θα έπρεπε να προσφέρουμε στους ανθρώπους χρήματα για το τίποτα»...
Πηγή http://www.iefimerida.gr/
Πηγή στην wikipedia http://en.wikipedia.org/wiki/Mincome
Tuesday, March 26, 2013
Τα καλά, τα κακά και τα πανάσχημα (του Γιάννη Βαρουφάκη)
Τα καλά
• Αντίθετα με την απαράδεκτη αρχική απόφαση του Eurogroup, τουλάχιστον τώρα γίνεται σεβαστή η δημόσια εγγύηση των καταθέσεων κάτω των €100 χιλιάδων.
• Το ολοσχερές κούρεμα των ιδιωτικών ομολόγων των πτωχευμένων τραπεζών, χωρίς το οποίο ανατρεπόταν (από την αρχική συμφωνία) η διεθνής πρακτική της ιεράρχισης των πιστωτών ενός πτωχευμένου χρηματοπιστωτικού συστήματος, με τους καταθέτες να έχουν προτεραιότητα απέναντι στους ομολογιούχους.
• Η διαφοροποίηση του κουρέματος ανάλογα με την τράπεζα στην οποία έχει κάποιος τις καταθέσεις του. Η αρχική απόφαση, που επέβαλε το ίδιο κούρεμα σε όλες τις τράπεζες, αναιρούσε την έννοια της προσωπικής ευθύνης των καταθετών όσον αφορά την επιλογή της τράπεζας στην οποία εμπιστεύονται τα χρήματά τους.
• Η επιβολή μεγάλων ζημιών στις ανασφάλιστες καταθέσεις και στους ομολογιούχους μειώνει το δάνειο από την τρόικα που θα επωμιστεί το κυπριακό δημόσιο.
Τα κακά
• Το Μνημόνιο δεν έχει συνταχθεί ακόμα, το οποίο σημαίνει η Συμφωνία είναι ημιτελής. Χωρίς πληροφορίες για τον βαθμό και την μορφή της λιτότητας που θα επιβληθεί στους Κύπριους, είναι αδύνατον να προβλεφτεί ο ακριβής αντίκτυπός της. Αν κρίνουμε όμως από το «παρελθόν» της τρόικας, είναι σχεδόν σίγουρο ότι η λιτότητα που θα επιβάλει θα γονατίσει μια κοινωνική οικονομία που ήδη βρίσκεται σε ύφεση.
• Η καθίζηση του τραπεζικού τομέα και η ουσιαστική κατάσχεση των ρώσικων μεγαλο-καταθέσεων θα έχει συντριπτικό αποτέλεσμα στην υπόλοιπη οικονομία, π.χ. στον τουριστικό και ξενοδοχειακό κλάδο. Όπως είπε Ρώσος σχολιαστής: «Τώρα που παίρνουν τα χρήματα των Ρώσων, ποιοι θα μένουν στα πολυτελή ξενοδοχεία προς €500 το βράδυ; Η κα Μέρκελ;». Είμαι σίγουρος ότι η τρόικα δεν θα λάβει υπ’ όψη της στα οικονομοτεχνικά της μοντέλα, στη βάση των οποίων θα αποφασίσει για την εφαρμοζόμενη λιτότητα, αυτού του είδους τον αρνητικότατο αντίκτυπο, με αποτέλεσμα μεγάλες υστερήσεις εσόδων, ακολουθία «νέων μέτρων», mea culpa στο απώτερο μέλλον και, γενικά, ύφεση χειρότερη από την αναμενόμενη.
• Η μεταφορά €9 δισ. του ELA από τη Λαϊκή, που κλείνει, στην Τράπεζα Κύπρου, αποτελεί παραβίαση απλών κανόνων τραπεζικής πτώχευσης και αποδεικνύει ότι η ΕΚΤ λειτουργεί ως ο Ταλιμπάν των κεντρικών τραπεζών.
• Η εισαγωγή περιορισμών στην εξαγωγή κεφαλαίων, αν και δεν έχουν πάρει ακόμα συγκεκριμένη μορφή, δημιουργούν ντε φάκτο ένα νέο νόμισμα: το κυπριακό ευρώ, δηλαδή ένα ευρώ που δεν μεταβιβάζεται από χώρα σε χώρα (Σημ. φαντάζεστε στις ΗΠΑ να μπουν περιορισμοί στην εξαγωγή δολαρίων από το Βερμόντ σε άλλες πολιτείες; Όχι, βέβαια. Πρόκειται για κατάφορη παραβίαση της λογικής μιας νομισματικής ένωσης).
Και τα πανάσχημα
Αφήνοντας στην άκρη τις επιπτώσεις της συμφωνίας εντός της Κύπρου, ο αντίκτυπος του περασμένου δεκαήμερου επί της Ευρωζώνης συνολικά μόνο ως πανάσχημος και θλιβερός μπορεί να χαρακτηριστεί. Μέσα σε μερικές μέρες, από την αρχική συμφωνία του Eurogroup μέχρι την τελική που μόλις ανακοινώθηκε, η Ευρώπη κατάφερε: (α) να θέσει υπό αμφισβήτηση την ασφάλεια των εγγυημένων καταθέσεων (παρά το γεγονός ότι τελικά τη σεβάστηκε), (β) να επαναφέρει στο προσκήνιο τα ερωτήματα περί αποπομπής κράτους-μέλους της νομισματικής ένωσης, και (γ) να θυσιάσει την αρχή της ενοποιημένης αγοράς κεφαλαίων στην οποία, βέβαια, περιορισμοί στη μετακίνηση των κεφαλαίων δεν νοούνται.
Όμως η πιο επαίσχυντη, η πανάσχημη, διάσταση της συμφωνίας για την Κύπρο είναι το γεγονός ότι σηματοδότησε το τέλος της τελευταίας ελπίδας για πραγματική τραπεζική ενοποίηση της Ευρωζώνης. Ο κ. Dijsselbloem, που αποδεικνύεται πολύ πιο «κοντά» στο γερμανικό σκέπτεσθαι από τον προκάτοχό του, τον κ. Yuncker, το δήλωσε ευθαρσώς. Εκθειάζοντας την περί Κύπρου συμφωνία, ο πρόεδρος του Eurogroup είπε αυτολεξί ότι αποτελεί προάγγελο των επόμενων «διασώσεων» εντός της Ευρωζώνης ώστε να: «...μη χρειαστεί ποτέ η άμεση ανακεφαλαιοποίηση» των τραπεζών. Με απλά και σταράτα λόγια, έβαλε την ταφόπλακα οριστικά στην απόφαση της Συνόδου Κορυφής του περασμένου Ιουνίου σύμφωνα με την οποία η τραπεζική κρίση διαχωρίζεται από την κρίση χρέους μέσω άμεσων ενέσεων κεφαλαίων του ESM στις τράπεζες, χωρίς να καταγράφονται αυτά τα κονδύλια στο δημόσιο χρέος των χωρών. Οπότε το μήνυμα είναι καθαρό προς Ισπανία και Ιταλία: «Ο καθένας μόνος του! Κι αν αυτό σημαίνει δήμευση καταθέσεων στην περιφέρεια, αυτά επιφυλάσσει η ζωή σε εσάς - στους πτωχευμένους της Ευρωζώνης!».
Νομίζω ότι, πλέον, δεν χωράει αμφιβολία: Ο συνδυασμός (α) άρνησης οποιασδήποτε ενοποίησης μέρους του δημόσιου χρέους (μέσω, π.χ., ευρωομόλογων), (β) οριστικής ματάιωσης της άμεσης ανακεφαλαιοποίησης και ουσιαστικής τραπεζικής ενοποίησης μέσω του ESM, και (γ) απολυταρχικής, για να μην πω βάναυσης, μεταχειρίσης αδύναμων εταίρων (όπως η Κύπρος) σηματοδοτεί ένα νέο, ζοφερό κεφάλαιο στην ιστορία της «ενωμένης» Ευρώπης.
Το επιχείρημα που ακούω τρία χρόνια τώρα, εις απάντησιν της κριτικής μου στις εφαρμοζόμενες πολιτικές, ακολουθεί το εξής απλό μοτίβο: «Δίκιο έχεις ότι η Ευρώπη αντέδρασε και αντιδρά λάθος στην Κρίση και επιβάλει παράλογα αυστηρές πολιτικές λιτότητας στην περιφέρεια. Όμως, επιβάλεται να πάμε με τα νερά της Γερμανίας και της ΕΚΤ, να τους αποδείξουμε ότι είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε θυσίες και να μεταρρυθμιστούμε έτσι που, κάποια στιγμή, να νιώσουν αρκετά ασφαλείς ώστε να προχωρήσουν στις ενοποιητικές κινήσεις οι οποίες, πράγματι, απαιτούνται – π.χ. ευρωομόλογα, τραπεζική ενοποίηση, πανευρωπαϊκές επενδύσεις κ.λπ.» Νομίζω ότι κάθε αξιόπιστος παρατηρητής των τελευταίων εξελίξεων πρέπει να συμφωνήσει ότι αυτή η άποψη έχει ξεπεραστεί από τα πράγματα, ιδίως μετά το τελευταίο δεκαήμερο. Παρά το γεγονός ότι οι λαοί της Ευρωζώνης έχουν αποδειχθεί ιδιαίτερα μετριοπαθείς, και έχουν αποδεχθεί πολύ σκληρές πολιτικές με ελάχιστες (δεδομένης της Κρίσης) διαμαρτυρίες - ακόμα και στην Ελλάδα που ψηφίζει μνημονιακά - το Βερολίνο και η Φραγκφούρτη, αντί να δείχνουν πιο έτοιμες να ενστερνιστούν ενοποιητικές κινήσεις (π.χ. τραπεζική ένωση, ευρωομόλογα) κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση που, με μαθηματική ακρίβεια, θα φέρει την αποδόμηση.
Συμπερασματικά, αν και η νέα συμφωνία διορθώνει κάποια από τα τερατώδη λάθη της αρχικής, είναι πολύ πιθανόν το τελευταίο δεκαήμερο να καταγραφτεί ως η «ιστορική στιγμή» που η Ευρώπη ξεπέρασε το σημείο μη επιστροφής στην ιδέα μιας ενωμένης ηπείρου η οποία σέβεται τις αρχές της λογικής, της δημοκρατίας και του αλληλο-σεβασμού των λαών που την απαρτίζουν.
Πηγή http://www.protagon.gr/
• Αντίθετα με την απαράδεκτη αρχική απόφαση του Eurogroup, τουλάχιστον τώρα γίνεται σεβαστή η δημόσια εγγύηση των καταθέσεων κάτω των €100 χιλιάδων.
• Το ολοσχερές κούρεμα των ιδιωτικών ομολόγων των πτωχευμένων τραπεζών, χωρίς το οποίο ανατρεπόταν (από την αρχική συμφωνία) η διεθνής πρακτική της ιεράρχισης των πιστωτών ενός πτωχευμένου χρηματοπιστωτικού συστήματος, με τους καταθέτες να έχουν προτεραιότητα απέναντι στους ομολογιούχους.
• Η διαφοροποίηση του κουρέματος ανάλογα με την τράπεζα στην οποία έχει κάποιος τις καταθέσεις του. Η αρχική απόφαση, που επέβαλε το ίδιο κούρεμα σε όλες τις τράπεζες, αναιρούσε την έννοια της προσωπικής ευθύνης των καταθετών όσον αφορά την επιλογή της τράπεζας στην οποία εμπιστεύονται τα χρήματά τους.
• Η επιβολή μεγάλων ζημιών στις ανασφάλιστες καταθέσεις και στους ομολογιούχους μειώνει το δάνειο από την τρόικα που θα επωμιστεί το κυπριακό δημόσιο.
Τα κακά
• Το Μνημόνιο δεν έχει συνταχθεί ακόμα, το οποίο σημαίνει η Συμφωνία είναι ημιτελής. Χωρίς πληροφορίες για τον βαθμό και την μορφή της λιτότητας που θα επιβληθεί στους Κύπριους, είναι αδύνατον να προβλεφτεί ο ακριβής αντίκτυπός της. Αν κρίνουμε όμως από το «παρελθόν» της τρόικας, είναι σχεδόν σίγουρο ότι η λιτότητα που θα επιβάλει θα γονατίσει μια κοινωνική οικονομία που ήδη βρίσκεται σε ύφεση.
• Η καθίζηση του τραπεζικού τομέα και η ουσιαστική κατάσχεση των ρώσικων μεγαλο-καταθέσεων θα έχει συντριπτικό αποτέλεσμα στην υπόλοιπη οικονομία, π.χ. στον τουριστικό και ξενοδοχειακό κλάδο. Όπως είπε Ρώσος σχολιαστής: «Τώρα που παίρνουν τα χρήματα των Ρώσων, ποιοι θα μένουν στα πολυτελή ξενοδοχεία προς €500 το βράδυ; Η κα Μέρκελ;». Είμαι σίγουρος ότι η τρόικα δεν θα λάβει υπ’ όψη της στα οικονομοτεχνικά της μοντέλα, στη βάση των οποίων θα αποφασίσει για την εφαρμοζόμενη λιτότητα, αυτού του είδους τον αρνητικότατο αντίκτυπο, με αποτέλεσμα μεγάλες υστερήσεις εσόδων, ακολουθία «νέων μέτρων», mea culpa στο απώτερο μέλλον και, γενικά, ύφεση χειρότερη από την αναμενόμενη.
• Η μεταφορά €9 δισ. του ELA από τη Λαϊκή, που κλείνει, στην Τράπεζα Κύπρου, αποτελεί παραβίαση απλών κανόνων τραπεζικής πτώχευσης και αποδεικνύει ότι η ΕΚΤ λειτουργεί ως ο Ταλιμπάν των κεντρικών τραπεζών.
• Η εισαγωγή περιορισμών στην εξαγωγή κεφαλαίων, αν και δεν έχουν πάρει ακόμα συγκεκριμένη μορφή, δημιουργούν ντε φάκτο ένα νέο νόμισμα: το κυπριακό ευρώ, δηλαδή ένα ευρώ που δεν μεταβιβάζεται από χώρα σε χώρα (Σημ. φαντάζεστε στις ΗΠΑ να μπουν περιορισμοί στην εξαγωγή δολαρίων από το Βερμόντ σε άλλες πολιτείες; Όχι, βέβαια. Πρόκειται για κατάφορη παραβίαση της λογικής μιας νομισματικής ένωσης).
Και τα πανάσχημα
Αφήνοντας στην άκρη τις επιπτώσεις της συμφωνίας εντός της Κύπρου, ο αντίκτυπος του περασμένου δεκαήμερου επί της Ευρωζώνης συνολικά μόνο ως πανάσχημος και θλιβερός μπορεί να χαρακτηριστεί. Μέσα σε μερικές μέρες, από την αρχική συμφωνία του Eurogroup μέχρι την τελική που μόλις ανακοινώθηκε, η Ευρώπη κατάφερε: (α) να θέσει υπό αμφισβήτηση την ασφάλεια των εγγυημένων καταθέσεων (παρά το γεγονός ότι τελικά τη σεβάστηκε), (β) να επαναφέρει στο προσκήνιο τα ερωτήματα περί αποπομπής κράτους-μέλους της νομισματικής ένωσης, και (γ) να θυσιάσει την αρχή της ενοποιημένης αγοράς κεφαλαίων στην οποία, βέβαια, περιορισμοί στη μετακίνηση των κεφαλαίων δεν νοούνται.
Όμως η πιο επαίσχυντη, η πανάσχημη, διάσταση της συμφωνίας για την Κύπρο είναι το γεγονός ότι σηματοδότησε το τέλος της τελευταίας ελπίδας για πραγματική τραπεζική ενοποίηση της Ευρωζώνης. Ο κ. Dijsselbloem, που αποδεικνύεται πολύ πιο «κοντά» στο γερμανικό σκέπτεσθαι από τον προκάτοχό του, τον κ. Yuncker, το δήλωσε ευθαρσώς. Εκθειάζοντας την περί Κύπρου συμφωνία, ο πρόεδρος του Eurogroup είπε αυτολεξί ότι αποτελεί προάγγελο των επόμενων «διασώσεων» εντός της Ευρωζώνης ώστε να: «...μη χρειαστεί ποτέ η άμεση ανακεφαλαιοποίηση» των τραπεζών. Με απλά και σταράτα λόγια, έβαλε την ταφόπλακα οριστικά στην απόφαση της Συνόδου Κορυφής του περασμένου Ιουνίου σύμφωνα με την οποία η τραπεζική κρίση διαχωρίζεται από την κρίση χρέους μέσω άμεσων ενέσεων κεφαλαίων του ESM στις τράπεζες, χωρίς να καταγράφονται αυτά τα κονδύλια στο δημόσιο χρέος των χωρών. Οπότε το μήνυμα είναι καθαρό προς Ισπανία και Ιταλία: «Ο καθένας μόνος του! Κι αν αυτό σημαίνει δήμευση καταθέσεων στην περιφέρεια, αυτά επιφυλάσσει η ζωή σε εσάς - στους πτωχευμένους της Ευρωζώνης!».
Νομίζω ότι, πλέον, δεν χωράει αμφιβολία: Ο συνδυασμός (α) άρνησης οποιασδήποτε ενοποίησης μέρους του δημόσιου χρέους (μέσω, π.χ., ευρωομόλογων), (β) οριστικής ματάιωσης της άμεσης ανακεφαλαιοποίησης και ουσιαστικής τραπεζικής ενοποίησης μέσω του ESM, και (γ) απολυταρχικής, για να μην πω βάναυσης, μεταχειρίσης αδύναμων εταίρων (όπως η Κύπρος) σηματοδοτεί ένα νέο, ζοφερό κεφάλαιο στην ιστορία της «ενωμένης» Ευρώπης.
Το επιχείρημα που ακούω τρία χρόνια τώρα, εις απάντησιν της κριτικής μου στις εφαρμοζόμενες πολιτικές, ακολουθεί το εξής απλό μοτίβο: «Δίκιο έχεις ότι η Ευρώπη αντέδρασε και αντιδρά λάθος στην Κρίση και επιβάλει παράλογα αυστηρές πολιτικές λιτότητας στην περιφέρεια. Όμως, επιβάλεται να πάμε με τα νερά της Γερμανίας και της ΕΚΤ, να τους αποδείξουμε ότι είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε θυσίες και να μεταρρυθμιστούμε έτσι που, κάποια στιγμή, να νιώσουν αρκετά ασφαλείς ώστε να προχωρήσουν στις ενοποιητικές κινήσεις οι οποίες, πράγματι, απαιτούνται – π.χ. ευρωομόλογα, τραπεζική ενοποίηση, πανευρωπαϊκές επενδύσεις κ.λπ.» Νομίζω ότι κάθε αξιόπιστος παρατηρητής των τελευταίων εξελίξεων πρέπει να συμφωνήσει ότι αυτή η άποψη έχει ξεπεραστεί από τα πράγματα, ιδίως μετά το τελευταίο δεκαήμερο. Παρά το γεγονός ότι οι λαοί της Ευρωζώνης έχουν αποδειχθεί ιδιαίτερα μετριοπαθείς, και έχουν αποδεχθεί πολύ σκληρές πολιτικές με ελάχιστες (δεδομένης της Κρίσης) διαμαρτυρίες - ακόμα και στην Ελλάδα που ψηφίζει μνημονιακά - το Βερολίνο και η Φραγκφούρτη, αντί να δείχνουν πιο έτοιμες να ενστερνιστούν ενοποιητικές κινήσεις (π.χ. τραπεζική ένωση, ευρωομόλογα) κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση που, με μαθηματική ακρίβεια, θα φέρει την αποδόμηση.
Συμπερασματικά, αν και η νέα συμφωνία διορθώνει κάποια από τα τερατώδη λάθη της αρχικής, είναι πολύ πιθανόν το τελευταίο δεκαήμερο να καταγραφτεί ως η «ιστορική στιγμή» που η Ευρώπη ξεπέρασε το σημείο μη επιστροφής στην ιδέα μιας ενωμένης ηπείρου η οποία σέβεται τις αρχές της λογικής, της δημοκρατίας και του αλληλο-σεβασμού των λαών που την απαρτίζουν.
Πηγή http://www.protagon.gr/
Tuesday, March 19, 2013
Η ανατομία μιας αποσταθεροποίησης (του Γιάννη Βαρουφάκη)
Το Eurogroup, με την πρόσφατη απόφασή του για
την Κύπρο, απεδείχθη άλλη μια φορά όχι μόνο ανίκανο να δημιουργήσει
αναχώματα στο διάβα της ευρωζωνικής Κρίσης, αλλά και ιδιαίτερα
αποτελεσματικό στο να υπηρετεί τις αγριότερες των διαθέσεών της. Η ιδέα
και μόνο ότι σκέφτηκαν να διαφυλάξουν τη σταθερότητα στην Ιταλία ή την
Ισπανία, παραβιάζοντας σε μια άλλη ελλειμματική χώρα της Ευρωζώνης το
συμβόλαιο κράτους-καταθετών (για δημόσια διασφάλιση των καταθέσεων έως
τις 100 χιλιάδες ευρώ, ένα όριο που εισήχθη για να αποφευχθούν οι
επιδρομές πανικόβλητων καταθετών στις τράπεζες) αποτελεί ύβρη απέναντι
στον κοινό νου. Ακόμα κι αν την τελευταία στιγμή πάρουν πίσω την αρχική
τους απόφαση, να κατασχέσουν μέρος ακόμα και των μικρών καταθέσεων, η
ζημιά έχει γίνει. Καθώς η απόφαση αυτή θα «κυνηγά» την Ευρώπη και τους
ηγέτες της για καιρό πολύ, αξίζει η ανατομία της.
1. Τι επιλογές είχαν;
Η Κρίση της Ευρωζώνης αφορά ζεύγη κρατών και των τραπεζικών τους συστημάτων που, μετά από το Κραχ του 2008, στερούμενα μιας Κεντρικής Τράπεζας στον ρόλο της «οπισθοφυλακής» άρχισαν (ως ζεύγη) να πτωχεύουν το ένα μετά το άλλο. Αρχής γενομένης από την Ελλάδα, η Κύπρος είναι το πέμπτο ζεύγος κράτους-τραπεζών που καταρρέει επισήμως. Σε δύο από αυτές τις περιπτώσεις τα κράτη «έπεσαν» πρώτα, συμπαρασύροντας τις τράπεζες, ενώ στις τρεις άλλες περιπτώσεις (Ιρλανδία, Ισπανία και Κύπρος) οι τράπεζες «φούνταραν» και παρέσυραν τα κράτη στον βυθό της πτώχευσης. Εν τέλει, δεν έχει μεγάλη σημασία ποιο από τα δύο μέρη του ζεύγους γλίστρισε πρώτο (το κράτος ή οι τράπεζες). Σημασία έχει ότι όταν είτε ένα κράτος είτε ένα εθνικό τραπεζικό σύστημα καταρρεύσει (εντός της Ευρωζώνης), τότε και τα δύο μέρη του ζεύγους κατευθύνονται, με μαθηματική ακρίβεια, στον βυθό.
Τη στιγμή της κατάρρευσης ενός τέτοιου ζεύγους, ανεξάρτητα από τα αίτιά της, το Eurogroup, είχε και έχει πέντε εναλλακτικές:
(1) Να μεταφερθούν οι ζημίες (κράτους-τραπεζών) εξ ολοκλήρου στους φορολογούμενους των πλεονασματικών χωρών μέσα από μία διαδικασία εξόντωσης των φορολογούμενων (και ιδίως των μικρομεσαίων) των πτωχευμένων χωρών οι οποίοι φορτώνονται επισήμως τεράστια δάνεια τα οποία η κοινωνική τους οικονομία (ιδίως υπό καθεστώς ακραίας λιτότητας) δεν θα μπορέσει να αποπληρώσει ποτέ (με αποτέλεσμα τη μόνιμη ύφεση και τη διόγκωση του ποσοστού χρέους).
(2) Να μεταφερθούν οι ζημίες (κράτους-τραπεζών) εξ ολοκλήρου στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα υπό όρους εξόντωσης των φορολογούμενων (και ιδίως των μικρομεσαίων) των πτωχευμένων χωρών οι οποίοι φορτώνονται επισήμως τεράστια δάνεια τα οποία η κοινωνική τους οικονομία δεν θα μπορέσει να αποπληρώσει ποτέ (με αποτέλεσμα τη μόνιμη ύφεση).
(3) Να κουρευθούν οι πιστωτές των κρατών και/ή των τραπεζών που πτώχευσαν.
(4) Να κουρευθούν οι τραπεζικές καταθέσεις.
(5) Μια συνολική λύση που δεν αφορά μόνο το συγκεκριμένο ζεύγος αλλά που χτυπάει την Κρίση στη ρίζα της σε όλα τα κράτη-μέλη ταυτόχρονα (π.χ. με έναν τέτοιο τρόπο)
Στην περίπτωση Ελλάδας και Πορτογαλίας, η ΕΕ επέλεξε την πρώτη εναλλακτική. Στην περίπτωση της Ιρλανδίας και της Ισπανίας, επιλέχθηκε ένας συνδυασμός των εναλλακτικών (1) και (2) ενώ η Ιταλία, προς το παρόν, βρίσκεται εγκλωβισμένη αποκλειστικά στην εναλλακτική (2). Η εναλλακτική (3) χρησιμοποιήθηκε για την Ελλάδα μετά από δύο χρόνια άρνησης ότι απαιτείται κι όταν ήταν πολύ αργά καθώς η επιλεγμένη εναλλακτική (1) είχε ήδη μειώσει τόσο πολύ το ΑΕΠ και την δυναμική της χώρας που το κούρεμα (το PSI) ήταν, τελικά, ιδιαίτερα αρνητική εξέλιξη (καθώς έγινε αφού ένα τεράστιο μέρος των χρεών είχε ήδη μεταφερθεί στις πλάτες των βόρειων φορολογούμενων και της ΕΚΤ). Τώρα, στην περίπτωση της Κύπρου, ήρθε φαίνεται η ώρα να δοκιμάσουν την εναλλακτική (4) ή όπως έγραψαν οι Financial Times (Alphaville) «Μια ανόητη ιδέα της οποίας ήρθε η ώρα». Την μόνη εναλλακτική που δεν δοκιμάζουν είναι η μόνη που θα απέδιδε: την εναλλακτική (5), δηλαδή την συνολική λύση που παύει να προσποιείται ότι η κάθε χώρα είναι ιδιαίτερη περίπτωση – αλλά αυτό είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία. Ας μελετήσουμε τώρα τι ακριβώς αποφάσισαν για την Κύπρο.
2. Το κούρεμα καταθέσεων: η ηθική διάσταση
Ο λόγος που στην περίπτωση της Κύπρου δεν εφαρμόστηκε ο γνωστός συνδυασμός των εναλλακτικών (1) και (2) είναι διττός: Πρώτον, οι Γερμανοί ψηφοφόροι, τελικά, κατανόησαν αυτό που οι ηγέτες τους τους έκρυβαν για τρία χρόνια – δηλαδή, ότι τα δάνεια προς τις χώρες μας δεν ήταν μια πράξη αλληλεγγύης προς τους χειμαζόμενους λαούς της Περιφέρειας, αλλά μια κυνική προσπάθεια να μεταφερθούν ζημίες από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα του Βορρά στις πλάτες των βορείων φορολογούμενων. Έτσι, η εναλλακτική (1) έχασε έδαφος στην περίπτωση της Κύπρου. Δεύτερον, το SPD επέλεξε ως κεντρική αντιπολιτευτική του πολιτική, την εναντίωσή του στη διάσωση τραπεζών είτε μέσω της ΕΚΤ είτε μέσω του ESM. Πάει, λοιπόν, και η εναλλακτική (2), καθώς η κα Μέρκελ δεν είναι διατεθειμένη να προσφέρει στην αντιπολίτευση πεδίο λαμπρής δόξας. Όσο για την εναλλακτική (3), αυτή την απέρριψαν εκ προοιμίου, σκεπτόμενοι ότι ένα κούρεμα κρατικών ομολόγων (το τρίτο μετά το PSI και την «επαναγορά» ελληνικού δημόσιου χρέους του περασμένου Δεκεμβρίου) θα ήταν ό,τι χειρότερο σε μια εποχή που οι αγορές ομολόγων (και τα spreads της Ιταλίας) έχουν ησυχάσει. Έτσι, λοιπόν, κατέληξαν στην εναλλακτική (4).
Πολλοί ίσως ξαφνιαστείτε που θα πω ότι συμφωνώ με την αρχή του κουρέματος των καταθέσων για τις κυπριακές τράπεζες, όσο επίπονο και να είναι, εφόσον: (α) αφορά τράπεζες που πτώχευσαν από βλακεία τους, και (β) δεν καταστρατηγεί το συμβόλαιο πολίτη-κράτους για την εξασφάλιση των καταθέσεων κάτω των 100 χιλιάδων ευρώ. Για να το πω απλά, σε καμία χώρα του κόσμου το κράτος δεν ασφαλίζει όλες τις καταθέσεις, ανεξάρτητα από το ύψος τους. Στις χώρες της Ευρωζώνης, μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers, για να μην τρέξουν όλοι στις τράπεζες να σηκώσουν τις καταθέσεις τους, τα περισσότερα κράτη-μέλη (της Κύπρου συμπεριλαμβανομένης) αύξησαν τα ποσά καταθέσεων που εγγυώνται στις 100 χιλιάδες ευρώ. Αυτό ήταν το συμβόλαιο κράτους-πολίτη. Η λογική της μερικής ασφάλισης (που ξεκίνησε το 1932 από την κυβέρνηση Roousevelt στις ΗΠΑ) είναι απλή: Το κράτος ασφαλίζει ένα ποσό που καλύπτει τις καταθέσεις της πλειοψηφίας των πολιτών του, αλλά αφήνει ένα μέρος ανασφάλιστο ώστε οι μεγαλοκαταθέτες να «ελέγχουν» τους ιδιώτες τραπεζίτες για να μην τζογάρουν ανενόχλητοι οι τελευταίοι με τα χρήματα άλλων και τις πλάτες των φορολογούμενων.
Στην περίπτωση της Κύπρου, οι τράπεζες πτώχευσαν λόγω εγκληματικά ανόητων επιχειρηματικών κινήσεων (π.χ. έδωσαν δάνεια 8 φορές το ΑΕΠ της χώρας). Σε μια πραγματικά ελεύθερη οικονομία, θα έπρεπε να κλείσουν, το κράτος να κατασχέσει ό,τι περιουσιακό στοιχείο έχουν, και να αποζημιωθούν οι καταθέτες (από το κράτος) για ποσά έως και 100 χιλιάδες ανά λογαριασμό ή ανά αποταμιευτή. Αυτό ήταν το συμβόλαιο μεταξύ κράτους και πολίτη.
Βέβαια η κυβέρνηση κρίνει, ορθώς, ότι το κλείσιμο των τραπεζών θα ήταν καταστροφικό και, αντί να δανειστεί όλο το ποσό (τα 17 δισ.) που θα χρειαζόταν για να μη χάσει κανείς καταθέτης ούτε ένα ευρώ, θα απαιτήσει από τους καταθέτες ένα μέρος των χρημάτων. Αυτό θα ήταν καθόλα θεμιτό αν το κράτος τηρούσε στο ακέραιο το συμβόλαιό του με τον πολίτη-καταθέτη: δηλαδή, κανείς Κύπριος πολίτης (ή πολίτης της Ε.Ε.) με καταθέσεις έως 100 χιλιάδες, να μη χάσει ούτε ένα ευρώ. Από εκεί και πέρα, πάνω από τις 100 χιλιάδες, το κυπριακό Δημόσιο δεν έχει καμία υποχρέωση να υποχρεώσει τον Κύπριο μικρομεσαίο φορολογούμενο να χρεωθεί αβάστακτα ποσά για να αποζημιώσει (α) όσους καταθέτες έχουν καταθέσεις πάνω από 100 χιλιάδες ή (β) καταθέτες χωρών εκτός Ε.Ε. που δεν έχουν κανένα ασφαλιστικό συμβόλαιο με το κυπριακό κράτος.
Από ηθικής και νομικής λοιπόν πλευράς, η κυβέρνηση Αναστασιάδη είχε κάθε δικαίωμα να κουρέψει τις καταθέσεις άνω των 100 χιλιάδων ευρώ. Κατ’ εμέ, είχε μάλιστα υποχρέωση να το πράξει καθώς η εναλλακτική θα ήταν να «φεσώσει» τους πιο αδύναμους πολίτες με ακόμα 5 ή 6 δισ. δανείων τα οποία, αφού οι καταθέσεις των πλουσίων (ιδίως ξένων) έφευγαν για Γερμανία ή Cayman Islands μεριά, ο κυπριακός λαός δεν θα μπορούσε να ξεπληρώσει ποτέ. Όσο για το επιχείρημα ότι οι καταθέσεις είναι ιερές, ανεξάρτητα ύψους, θα μου επιτρέψετε να διαφωνήσω: Γιατί είναι πιο ιερές οι καταθέσεις των 3 και 5 εκατομμυρίων από τα φάρμακα του καρκινοπαθή ή τα επιδόματα ανεργίας του νέου άνεργου που θα κουρευθούν, ώστε να εκταμιευτούν ψείγματα αυτών των 3 και 5 εκατομμυρίων υπέρ κάποιων κυρίων που έβαλαν τα χρήματά τους σε ανόητες τράπεζες, χωρίς να έχουν κάποια ασφάλιση είτε κρατική ούτε ιδιωτική;
Όχι, φίλες και φίλοι. Δεν θα προσθέσω τη φωνή μου σε όσους καταδικάζουν την ιδέα του κουρέματος των καταθέσεων ανεξάρτητα ύψους και εντοπιότητας του καταθέτη. Αυτό που καταδικάζω είναι η επίσημη ανακοίνωση αθέτισης του συμβολαίου κράτους-καταθετών, σύμφωνα με το οποίο η κυπριακή κυβέρνηση εγγυήθηκε στους πολίτες της (και τους πολίτες των χωρών της ΕΕ) ότι καταθέσεις κάτω των 100 χιλιάδων δεν θα αγγιχθούν. Το τραγικό σφάλμα του κ. Αναστασιάδη δεν ήταν το κούρεμα των καταθέσεων, γενικά και αόριστα. Το σφάλμα του ήταν ότι δεν εξαίρεσε, εξ αρχής και πλήρως, τις καταθέσεις κάτω των 100 χιλιάδων – τουλάχιστον στη συμφωνία που ανακοινώθηκε αρχικά. Μακάρι, τελικά, να αλλάξει αυτή η κατανομή βαρών και να εξαιρεθούν από το χαράτσι οι χαμηλές καταθέσεις. Ακόμα και τότε, όμως, το ερώτημα τίθεται: Πώς τους ήρθε να ανακοινώσουν από κοινού και με όλα τα μέρη σύμφωνα (ΔΝΤ, ΕΚΤ, ΕΕ, Γερμανία, Λευκωσία, Αθήνα) ότι μέρος των καταθέσεων θα κατασχεθούν, ανεξαρτήτως του ύψους τους;
3. Γιατί δεν σεβάστηκαν την εγγύηση καταθέσεων έως 100 χιλιάδες ευρώ;
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος της Κύπρου απάντησε στο ερώτημα αυτό λέγοντας ότι οι άνω των 100 χιλιάδων ευρώ καταθέσεων απλά δεν αρκούσαν για να μαζευτούν τα απαιτούμενα 5,8 δισ. Δεν ήταν όμως έτσι τα πράγματα και το ήξεραν αυτό, τόσο οι Κύπριοι ηγέτες, όσο και η ΕΕ. Δύο αναλυτές της Barclays, ο Antonio G. Pascual και ο Laurent Fransolet, ανέλυσαν τα στοιχεία των κυπριακών τραπεζών και αναφέρουν τα εξής: Οι συνολικές καταθέσεις στις κυπριακές τράπεζες ανέρχονται στα 37,6 δισ.
Από αυτά, το 55% των καταθέσεων βρίσκεται σε λογαριασμούς με ποσά άνω των 100 χιλιάδων ευρώ και ανήκει, ως επί το πλείστον, σε κατοίκους χωρών εκτός Ε.Ε. Όπερ μεθερμηνευόμενο, η συντριπτική πλειοψηφία των καταθέσεων Κυπρίων πολιτών βρίσκεται κάτω από το όριο των 100 χιλιάδων ευρώ. Ας δούμε τώρα την κατανομή των βαρών του νέου «φόρου» μεταξύ καταθετών με καταθέσεις κάτω των 100 χιλιάδων ευρώ και των μεγαλοκαταθετών σε τρία σενάρια: (Α) Την ανακοινωθείσα απόφαση σύμφωνα με την οποία τα ποσοστά κατάσχεσης καταθέσεων είναι 6,75% για καταθέσεις κάτω των 100 χιλιάδων ευρώ και 9,9% για καταθέσεις άνω των 100 χιλιάδων ευρώ, (Β) μια εναλλακτική, πιο προοδευτική κατανομή 3,5% και 12,5% αντίστοιχα, και (Γ) τη λύση της μηδενικής φορολόγισης καταθέσεων κάτω των 100 χιλιάδων ευρώ:
(Α) 6,75% και 9,9%: 2,08 δισ. χαράτσι στους μικροκαταθέτες και 3,72 δισ. στους μεγαλοκαταθέτες
(Β) 3,5% και 12,5%: 1,1 δισ. χαράτσι στους μικροκαταθέτες και 4,7 δισ. στους μεγαλοκαταθέτες
(Γ) 0% και 15,5%: Μηδενικό χαράτσι στους μικροκαταθέτες και 5,8 δισ. στους μεγαλοκαταθέτες
Το σενάριο Γ καταδεικνύει ότι με έναν φόρο 15,5% στις καταθέσεις άνω των 100 χιλιάδων (που θα έπληττε πολίτες χωρών εκτός Ε.Ε., στους οποίους το κυπριακό κράτος δεν έχει καμία απολύτως ηθική ή νομική υποχρέωση, όσο αφορά την ασφάλεια των καταθέσεών τους), η Κύπρος θα είχε εξοικονομήσει τα 5,8 δισ. που χρειαζόταν χωρίς να διαρρήξει τις σχέσεις εμπιστοσύνης με τον λαό της και με τους υπόλοιπους λαούς της Ε.Ε. Γιατί, λοιπόν, δεν το επέλεξαν εξαρχής;
Είναι προφανές ότι με το σενάριο (Α) που ανακοινώθηκε ως η κοινή Ευρωπαϊκή πολιτική, τα χαράματα του Σαββάτου, καταθέτες (στη μεγάλη τους πλειοψηφία, πολίτες της Ε.Ε.) στους οποίους το κυπριακό κράτος είχε υποσχεθεί ότι δεν θα χάσουν δεκάρα από μια τραπεζική κρίση, θα υποστούν τεράστιο κόστος. Ακόμα και το σενάριο (Β), που το περιορίζει, καταστρατηγεί την αξιοπιστία του κράτους και καταρρακώνει το ηθικό του πολίτη της Ε.Ε. (όχι μόνο του Κύπριου) ο οποίος βλέπει το κράτος να σχίζει ένα νομικά και ηθικά ισχυρό συμβόλαιο που είχε μαζί του. Θα μου πείτε: Τότε, γιατί δεν θα πήγαιναν το κράτος στα δικαστήρια οι καταθέτες;
Δεν έχω αμφοβολία ότι θα το έκαναν αν η Ε.Ε. και η κυπριακή κυβέρνηση επέμενε στη «φορολόγηση» όλων των καταθέσεων. Και άριστα θα έπρατταν. Για αυτό το λόγο, η κυπριακή κυβέρνηση παρουσίασε το χαράτσι ως φόρο και όχι ως κατάσχεση καταθέσεων. Ο κ. Αναστασιάδης, όταν ρωτήθηκε γιατί δεν επέλεξε το σενάριο (Γ), επιχειρηματολόγησε ότι αν το ποσοστό «φόρου» ξεπεράσει το 10%, θα είναι δύσκολο να παρουσιαστεί ως φόρος στα δικαστήρια όπου θα προσφύγουν πολίτες! Δυστυχώς, αυτή του η απάντηση έκρυβε δύο ατοπήματα: Πρώτον, ότι επέλεξε έναν ευφημισμό (βαφτίζοντας «φόρο» το κούρεμα-κατάσχεση) που στόχο έχει την καταστρατήγηση του συμβολαίου κράτους-πολίτη. Δεύτερον, επειδή, στην ουσία, δεν ήθελε να κουρέψει τους Ρώσους καταθέτες με 15,5%, παρά το γεγονός ότι αυτό θα του επέτρεπε να τηρήσει το συμβόλαιο τιμής με τους πολίτες της χώρας του και της Ε.Ε., γενικότερα. Και γιατί αυτό; Επειδή, λέει, κάτι τέτοιο θα διακινδύνευε την εθνική στρατηγική μετατροπής της Κύπρου σε... Ελβετία της Μέσης Ανατολής. Λες και αυτό το όνειρο δεν έχει γίνει σκόνη, ήδη!
Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, φημολογείται ότι η κυπριακή κυβέρνηση, κατόπιν εορτής, διαπραγματεύεται με την Ε.Ε., την ΕΚΤ και το ΔΝΤ, την αλλαγή της αρχικής απόφασης, ώστε να εξαιρεθούν τελικά οι καταθέσεις κάτω των 100 χιλιάδων – να ενεργοποιηθεί το σενάριο Γ, δηλαδή. Μακάρι. Το ερώτημα, όμως, εξακολουθεί να τίθεται: Τώρα το σκέφτηκαν; Τέτοια επιπολαιότητα, τόσο από τη Λευκωσία, όσο και από την Ε.Ε.;
Συμπέρασμα
Σε αυτή τη συνολικά θλιβερή ιστορία, υπάρχει κάτι που είναι θετικό: Ότι η Κύπρος απέφυγε την αποκλειστική χρήση της εναλλακτικής (1) – η οποία χαντάκωσε την Ελλάδα ελέω του δίδυμου των κυρίων Παπανδρέου-Παπακωνσταντίνου. Είναι σημαντικό, δηλαδή, ότι ο Κύπριος φορολογούμενος δεν σήκωσε όλο το φορτίο των 17 δισ. που απαιτούνταν για να μη γονατίσει το κράτος και το τραπεζικό σύστημα. Δυστυχώς, δεν σεβάστηκαν το συμβόλαιο με τους καταθέτες, όσον αφορά τις πρώτες 100 χιλιάδες που το κράτος είχε δεσμευτεί απέναντι στον Ευρωπαίο πολίτη (και τον Κύπριο, βέβαια) να διασφαλίσει. Ήταν μέγα ατόπημα της νέας κυπριακής κυβέρνησης, που ξεκίνησε με αυτογκόλ, ακόμα κι αν, τελικά, συγκλονισμένοι από την αντίδραση των πολιτών, κάνουν το σωστό εξαιρώντας από το χαράτσι τις καταθέσεις κάτω των 100 χιλιάδων. Όσο για την Ε.Ε., τι να πει κανείς; Σε μια περίοδο όπου οι λαοί έχουν αρχίσει να την κοιτούν με όλο και αυξανόμενη εχθρότητα, ανακοίνωσε μια απόφαση που απέδειξε την περιφρόνηση των ηγετών της στο μόνο ίσως συμβόλαιο κρατικής εξουσίας με τους πολίτες που όλοι θεωρούσαν ιερό.
Πέραν, όμως, από τη δόμηση του κουρέματος των κυπριακών καταθέσεων και ανεξάρτητα του αν, τελικά, θα εξαιρεθούν ή όχι οι μικροκαταθέτες από το χαράτσι, το νέο κυπριακό δράμα μας επιβεβαιώνει ότι η Κρίση του ευρώ καλά κρατεί. Και είναι λογικό. Ο μόνος θεσμός που ιδρύσαμε στην Ευρώπη για να δαμάσει την Κρίση, ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM) αποσταθεροποιεί την Ευρωζώνη μόνο και μόνο με την ύπαρξή του. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι το χαράτσι στις κυπριακές καταθέσεις ονομάστηκε «επιβαλόμενος φόρος σταθερότητας» (stability levy). Λες και οι Ευρωπαίοι ηγέτες μας, χρησιμοποιούν τη λέξη «σταθερότητα» κάθε φορά που παίρνουν μια αποσταθεροποιητική απόφαση ή δημιουργούν ένα νέο εργαλείο που, ακούσια, ενισχύει την αποσταθεροποίηση της νομισματικής μας ένωσης.
(1) Μην ξεχνάμε ότι και στην Ελλάδα, που δεν κουρεύτηκαν άμεσα οι καταθέσεις τον Μάιο του 2010 με το Μνημόνιο Νο. 1, η βαθιά ύφεση που έφερε η τεράστια μνημονιακή συμφωνία κούρεψε ντε φάκτο τις καταθέσεις καθώς η πλειοψηφία, αντιμέτωπη με νέους φόρους και λιγότερα εισοδήματα, αναγκάστηκε να στραφεί στις αποταμιεύσεις για να ζήσει και να καταβάλει τα νέα χαράτσια. Στην Κύπρο η Ε.Ε., εν τη σοφία της, έβαλε το χέρι στις αποταμιεύσεις των μικρομεσαίων άμεσα και χωρίς να περιμένει τη λιτότητα να τις «κατασχέσει» εκ μέρους της!
1. Τι επιλογές είχαν;
Η Κρίση της Ευρωζώνης αφορά ζεύγη κρατών και των τραπεζικών τους συστημάτων που, μετά από το Κραχ του 2008, στερούμενα μιας Κεντρικής Τράπεζας στον ρόλο της «οπισθοφυλακής» άρχισαν (ως ζεύγη) να πτωχεύουν το ένα μετά το άλλο. Αρχής γενομένης από την Ελλάδα, η Κύπρος είναι το πέμπτο ζεύγος κράτους-τραπεζών που καταρρέει επισήμως. Σε δύο από αυτές τις περιπτώσεις τα κράτη «έπεσαν» πρώτα, συμπαρασύροντας τις τράπεζες, ενώ στις τρεις άλλες περιπτώσεις (Ιρλανδία, Ισπανία και Κύπρος) οι τράπεζες «φούνταραν» και παρέσυραν τα κράτη στον βυθό της πτώχευσης. Εν τέλει, δεν έχει μεγάλη σημασία ποιο από τα δύο μέρη του ζεύγους γλίστρισε πρώτο (το κράτος ή οι τράπεζες). Σημασία έχει ότι όταν είτε ένα κράτος είτε ένα εθνικό τραπεζικό σύστημα καταρρεύσει (εντός της Ευρωζώνης), τότε και τα δύο μέρη του ζεύγους κατευθύνονται, με μαθηματική ακρίβεια, στον βυθό.
Τη στιγμή της κατάρρευσης ενός τέτοιου ζεύγους, ανεξάρτητα από τα αίτιά της, το Eurogroup, είχε και έχει πέντε εναλλακτικές:
(1) Να μεταφερθούν οι ζημίες (κράτους-τραπεζών) εξ ολοκλήρου στους φορολογούμενους των πλεονασματικών χωρών μέσα από μία διαδικασία εξόντωσης των φορολογούμενων (και ιδίως των μικρομεσαίων) των πτωχευμένων χωρών οι οποίοι φορτώνονται επισήμως τεράστια δάνεια τα οποία η κοινωνική τους οικονομία (ιδίως υπό καθεστώς ακραίας λιτότητας) δεν θα μπορέσει να αποπληρώσει ποτέ (με αποτέλεσμα τη μόνιμη ύφεση και τη διόγκωση του ποσοστού χρέους).
(2) Να μεταφερθούν οι ζημίες (κράτους-τραπεζών) εξ ολοκλήρου στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα υπό όρους εξόντωσης των φορολογούμενων (και ιδίως των μικρομεσαίων) των πτωχευμένων χωρών οι οποίοι φορτώνονται επισήμως τεράστια δάνεια τα οποία η κοινωνική τους οικονομία δεν θα μπορέσει να αποπληρώσει ποτέ (με αποτέλεσμα τη μόνιμη ύφεση).
(3) Να κουρευθούν οι πιστωτές των κρατών και/ή των τραπεζών που πτώχευσαν.
(4) Να κουρευθούν οι τραπεζικές καταθέσεις.
(5) Μια συνολική λύση που δεν αφορά μόνο το συγκεκριμένο ζεύγος αλλά που χτυπάει την Κρίση στη ρίζα της σε όλα τα κράτη-μέλη ταυτόχρονα (π.χ. με έναν τέτοιο τρόπο)
Στην περίπτωση Ελλάδας και Πορτογαλίας, η ΕΕ επέλεξε την πρώτη εναλλακτική. Στην περίπτωση της Ιρλανδίας και της Ισπανίας, επιλέχθηκε ένας συνδυασμός των εναλλακτικών (1) και (2) ενώ η Ιταλία, προς το παρόν, βρίσκεται εγκλωβισμένη αποκλειστικά στην εναλλακτική (2). Η εναλλακτική (3) χρησιμοποιήθηκε για την Ελλάδα μετά από δύο χρόνια άρνησης ότι απαιτείται κι όταν ήταν πολύ αργά καθώς η επιλεγμένη εναλλακτική (1) είχε ήδη μειώσει τόσο πολύ το ΑΕΠ και την δυναμική της χώρας που το κούρεμα (το PSI) ήταν, τελικά, ιδιαίτερα αρνητική εξέλιξη (καθώς έγινε αφού ένα τεράστιο μέρος των χρεών είχε ήδη μεταφερθεί στις πλάτες των βόρειων φορολογούμενων και της ΕΚΤ). Τώρα, στην περίπτωση της Κύπρου, ήρθε φαίνεται η ώρα να δοκιμάσουν την εναλλακτική (4) ή όπως έγραψαν οι Financial Times (Alphaville) «Μια ανόητη ιδέα της οποίας ήρθε η ώρα». Την μόνη εναλλακτική που δεν δοκιμάζουν είναι η μόνη που θα απέδιδε: την εναλλακτική (5), δηλαδή την συνολική λύση που παύει να προσποιείται ότι η κάθε χώρα είναι ιδιαίτερη περίπτωση – αλλά αυτό είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία. Ας μελετήσουμε τώρα τι ακριβώς αποφάσισαν για την Κύπρο.
2. Το κούρεμα καταθέσεων: η ηθική διάσταση
Ο λόγος που στην περίπτωση της Κύπρου δεν εφαρμόστηκε ο γνωστός συνδυασμός των εναλλακτικών (1) και (2) είναι διττός: Πρώτον, οι Γερμανοί ψηφοφόροι, τελικά, κατανόησαν αυτό που οι ηγέτες τους τους έκρυβαν για τρία χρόνια – δηλαδή, ότι τα δάνεια προς τις χώρες μας δεν ήταν μια πράξη αλληλεγγύης προς τους χειμαζόμενους λαούς της Περιφέρειας, αλλά μια κυνική προσπάθεια να μεταφερθούν ζημίες από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα του Βορρά στις πλάτες των βορείων φορολογούμενων. Έτσι, η εναλλακτική (1) έχασε έδαφος στην περίπτωση της Κύπρου. Δεύτερον, το SPD επέλεξε ως κεντρική αντιπολιτευτική του πολιτική, την εναντίωσή του στη διάσωση τραπεζών είτε μέσω της ΕΚΤ είτε μέσω του ESM. Πάει, λοιπόν, και η εναλλακτική (2), καθώς η κα Μέρκελ δεν είναι διατεθειμένη να προσφέρει στην αντιπολίτευση πεδίο λαμπρής δόξας. Όσο για την εναλλακτική (3), αυτή την απέρριψαν εκ προοιμίου, σκεπτόμενοι ότι ένα κούρεμα κρατικών ομολόγων (το τρίτο μετά το PSI και την «επαναγορά» ελληνικού δημόσιου χρέους του περασμένου Δεκεμβρίου) θα ήταν ό,τι χειρότερο σε μια εποχή που οι αγορές ομολόγων (και τα spreads της Ιταλίας) έχουν ησυχάσει. Έτσι, λοιπόν, κατέληξαν στην εναλλακτική (4).
Πολλοί ίσως ξαφνιαστείτε που θα πω ότι συμφωνώ με την αρχή του κουρέματος των καταθέσων για τις κυπριακές τράπεζες, όσο επίπονο και να είναι, εφόσον: (α) αφορά τράπεζες που πτώχευσαν από βλακεία τους, και (β) δεν καταστρατηγεί το συμβόλαιο πολίτη-κράτους για την εξασφάλιση των καταθέσεων κάτω των 100 χιλιάδων ευρώ. Για να το πω απλά, σε καμία χώρα του κόσμου το κράτος δεν ασφαλίζει όλες τις καταθέσεις, ανεξάρτητα από το ύψος τους. Στις χώρες της Ευρωζώνης, μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers, για να μην τρέξουν όλοι στις τράπεζες να σηκώσουν τις καταθέσεις τους, τα περισσότερα κράτη-μέλη (της Κύπρου συμπεριλαμβανομένης) αύξησαν τα ποσά καταθέσεων που εγγυώνται στις 100 χιλιάδες ευρώ. Αυτό ήταν το συμβόλαιο κράτους-πολίτη. Η λογική της μερικής ασφάλισης (που ξεκίνησε το 1932 από την κυβέρνηση Roousevelt στις ΗΠΑ) είναι απλή: Το κράτος ασφαλίζει ένα ποσό που καλύπτει τις καταθέσεις της πλειοψηφίας των πολιτών του, αλλά αφήνει ένα μέρος ανασφάλιστο ώστε οι μεγαλοκαταθέτες να «ελέγχουν» τους ιδιώτες τραπεζίτες για να μην τζογάρουν ανενόχλητοι οι τελευταίοι με τα χρήματα άλλων και τις πλάτες των φορολογούμενων.
Στην περίπτωση της Κύπρου, οι τράπεζες πτώχευσαν λόγω εγκληματικά ανόητων επιχειρηματικών κινήσεων (π.χ. έδωσαν δάνεια 8 φορές το ΑΕΠ της χώρας). Σε μια πραγματικά ελεύθερη οικονομία, θα έπρεπε να κλείσουν, το κράτος να κατασχέσει ό,τι περιουσιακό στοιχείο έχουν, και να αποζημιωθούν οι καταθέτες (από το κράτος) για ποσά έως και 100 χιλιάδες ανά λογαριασμό ή ανά αποταμιευτή. Αυτό ήταν το συμβόλαιο μεταξύ κράτους και πολίτη.
Βέβαια η κυβέρνηση κρίνει, ορθώς, ότι το κλείσιμο των τραπεζών θα ήταν καταστροφικό και, αντί να δανειστεί όλο το ποσό (τα 17 δισ.) που θα χρειαζόταν για να μη χάσει κανείς καταθέτης ούτε ένα ευρώ, θα απαιτήσει από τους καταθέτες ένα μέρος των χρημάτων. Αυτό θα ήταν καθόλα θεμιτό αν το κράτος τηρούσε στο ακέραιο το συμβόλαιό του με τον πολίτη-καταθέτη: δηλαδή, κανείς Κύπριος πολίτης (ή πολίτης της Ε.Ε.) με καταθέσεις έως 100 χιλιάδες, να μη χάσει ούτε ένα ευρώ. Από εκεί και πέρα, πάνω από τις 100 χιλιάδες, το κυπριακό Δημόσιο δεν έχει καμία υποχρέωση να υποχρεώσει τον Κύπριο μικρομεσαίο φορολογούμενο να χρεωθεί αβάστακτα ποσά για να αποζημιώσει (α) όσους καταθέτες έχουν καταθέσεις πάνω από 100 χιλιάδες ή (β) καταθέτες χωρών εκτός Ε.Ε. που δεν έχουν κανένα ασφαλιστικό συμβόλαιο με το κυπριακό κράτος.
Από ηθικής και νομικής λοιπόν πλευράς, η κυβέρνηση Αναστασιάδη είχε κάθε δικαίωμα να κουρέψει τις καταθέσεις άνω των 100 χιλιάδων ευρώ. Κατ’ εμέ, είχε μάλιστα υποχρέωση να το πράξει καθώς η εναλλακτική θα ήταν να «φεσώσει» τους πιο αδύναμους πολίτες με ακόμα 5 ή 6 δισ. δανείων τα οποία, αφού οι καταθέσεις των πλουσίων (ιδίως ξένων) έφευγαν για Γερμανία ή Cayman Islands μεριά, ο κυπριακός λαός δεν θα μπορούσε να ξεπληρώσει ποτέ. Όσο για το επιχείρημα ότι οι καταθέσεις είναι ιερές, ανεξάρτητα ύψους, θα μου επιτρέψετε να διαφωνήσω: Γιατί είναι πιο ιερές οι καταθέσεις των 3 και 5 εκατομμυρίων από τα φάρμακα του καρκινοπαθή ή τα επιδόματα ανεργίας του νέου άνεργου που θα κουρευθούν, ώστε να εκταμιευτούν ψείγματα αυτών των 3 και 5 εκατομμυρίων υπέρ κάποιων κυρίων που έβαλαν τα χρήματά τους σε ανόητες τράπεζες, χωρίς να έχουν κάποια ασφάλιση είτε κρατική ούτε ιδιωτική;
Όχι, φίλες και φίλοι. Δεν θα προσθέσω τη φωνή μου σε όσους καταδικάζουν την ιδέα του κουρέματος των καταθέσεων ανεξάρτητα ύψους και εντοπιότητας του καταθέτη. Αυτό που καταδικάζω είναι η επίσημη ανακοίνωση αθέτισης του συμβολαίου κράτους-καταθετών, σύμφωνα με το οποίο η κυπριακή κυβέρνηση εγγυήθηκε στους πολίτες της (και τους πολίτες των χωρών της ΕΕ) ότι καταθέσεις κάτω των 100 χιλιάδων δεν θα αγγιχθούν. Το τραγικό σφάλμα του κ. Αναστασιάδη δεν ήταν το κούρεμα των καταθέσεων, γενικά και αόριστα. Το σφάλμα του ήταν ότι δεν εξαίρεσε, εξ αρχής και πλήρως, τις καταθέσεις κάτω των 100 χιλιάδων – τουλάχιστον στη συμφωνία που ανακοινώθηκε αρχικά. Μακάρι, τελικά, να αλλάξει αυτή η κατανομή βαρών και να εξαιρεθούν από το χαράτσι οι χαμηλές καταθέσεις. Ακόμα και τότε, όμως, το ερώτημα τίθεται: Πώς τους ήρθε να ανακοινώσουν από κοινού και με όλα τα μέρη σύμφωνα (ΔΝΤ, ΕΚΤ, ΕΕ, Γερμανία, Λευκωσία, Αθήνα) ότι μέρος των καταθέσεων θα κατασχεθούν, ανεξαρτήτως του ύψους τους;
3. Γιατί δεν σεβάστηκαν την εγγύηση καταθέσεων έως 100 χιλιάδες ευρώ;
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος της Κύπρου απάντησε στο ερώτημα αυτό λέγοντας ότι οι άνω των 100 χιλιάδων ευρώ καταθέσεων απλά δεν αρκούσαν για να μαζευτούν τα απαιτούμενα 5,8 δισ. Δεν ήταν όμως έτσι τα πράγματα και το ήξεραν αυτό, τόσο οι Κύπριοι ηγέτες, όσο και η ΕΕ. Δύο αναλυτές της Barclays, ο Antonio G. Pascual και ο Laurent Fransolet, ανέλυσαν τα στοιχεία των κυπριακών τραπεζών και αναφέρουν τα εξής: Οι συνολικές καταθέσεις στις κυπριακές τράπεζες ανέρχονται στα 37,6 δισ.
Από αυτά, το 55% των καταθέσεων βρίσκεται σε λογαριασμούς με ποσά άνω των 100 χιλιάδων ευρώ και ανήκει, ως επί το πλείστον, σε κατοίκους χωρών εκτός Ε.Ε. Όπερ μεθερμηνευόμενο, η συντριπτική πλειοψηφία των καταθέσεων Κυπρίων πολιτών βρίσκεται κάτω από το όριο των 100 χιλιάδων ευρώ. Ας δούμε τώρα την κατανομή των βαρών του νέου «φόρου» μεταξύ καταθετών με καταθέσεις κάτω των 100 χιλιάδων ευρώ και των μεγαλοκαταθετών σε τρία σενάρια: (Α) Την ανακοινωθείσα απόφαση σύμφωνα με την οποία τα ποσοστά κατάσχεσης καταθέσεων είναι 6,75% για καταθέσεις κάτω των 100 χιλιάδων ευρώ και 9,9% για καταθέσεις άνω των 100 χιλιάδων ευρώ, (Β) μια εναλλακτική, πιο προοδευτική κατανομή 3,5% και 12,5% αντίστοιχα, και (Γ) τη λύση της μηδενικής φορολόγισης καταθέσεων κάτω των 100 χιλιάδων ευρώ:
(Α) 6,75% και 9,9%: 2,08 δισ. χαράτσι στους μικροκαταθέτες και 3,72 δισ. στους μεγαλοκαταθέτες
(Β) 3,5% και 12,5%: 1,1 δισ. χαράτσι στους μικροκαταθέτες και 4,7 δισ. στους μεγαλοκαταθέτες
(Γ) 0% και 15,5%: Μηδενικό χαράτσι στους μικροκαταθέτες και 5,8 δισ. στους μεγαλοκαταθέτες
Το σενάριο Γ καταδεικνύει ότι με έναν φόρο 15,5% στις καταθέσεις άνω των 100 χιλιάδων (που θα έπληττε πολίτες χωρών εκτός Ε.Ε., στους οποίους το κυπριακό κράτος δεν έχει καμία απολύτως ηθική ή νομική υποχρέωση, όσο αφορά την ασφάλεια των καταθέσεών τους), η Κύπρος θα είχε εξοικονομήσει τα 5,8 δισ. που χρειαζόταν χωρίς να διαρρήξει τις σχέσεις εμπιστοσύνης με τον λαό της και με τους υπόλοιπους λαούς της Ε.Ε. Γιατί, λοιπόν, δεν το επέλεξαν εξαρχής;
Είναι προφανές ότι με το σενάριο (Α) που ανακοινώθηκε ως η κοινή Ευρωπαϊκή πολιτική, τα χαράματα του Σαββάτου, καταθέτες (στη μεγάλη τους πλειοψηφία, πολίτες της Ε.Ε.) στους οποίους το κυπριακό κράτος είχε υποσχεθεί ότι δεν θα χάσουν δεκάρα από μια τραπεζική κρίση, θα υποστούν τεράστιο κόστος. Ακόμα και το σενάριο (Β), που το περιορίζει, καταστρατηγεί την αξιοπιστία του κράτους και καταρρακώνει το ηθικό του πολίτη της Ε.Ε. (όχι μόνο του Κύπριου) ο οποίος βλέπει το κράτος να σχίζει ένα νομικά και ηθικά ισχυρό συμβόλαιο που είχε μαζί του. Θα μου πείτε: Τότε, γιατί δεν θα πήγαιναν το κράτος στα δικαστήρια οι καταθέτες;
Δεν έχω αμφοβολία ότι θα το έκαναν αν η Ε.Ε. και η κυπριακή κυβέρνηση επέμενε στη «φορολόγηση» όλων των καταθέσεων. Και άριστα θα έπρατταν. Για αυτό το λόγο, η κυπριακή κυβέρνηση παρουσίασε το χαράτσι ως φόρο και όχι ως κατάσχεση καταθέσεων. Ο κ. Αναστασιάδης, όταν ρωτήθηκε γιατί δεν επέλεξε το σενάριο (Γ), επιχειρηματολόγησε ότι αν το ποσοστό «φόρου» ξεπεράσει το 10%, θα είναι δύσκολο να παρουσιαστεί ως φόρος στα δικαστήρια όπου θα προσφύγουν πολίτες! Δυστυχώς, αυτή του η απάντηση έκρυβε δύο ατοπήματα: Πρώτον, ότι επέλεξε έναν ευφημισμό (βαφτίζοντας «φόρο» το κούρεμα-κατάσχεση) που στόχο έχει την καταστρατήγηση του συμβολαίου κράτους-πολίτη. Δεύτερον, επειδή, στην ουσία, δεν ήθελε να κουρέψει τους Ρώσους καταθέτες με 15,5%, παρά το γεγονός ότι αυτό θα του επέτρεπε να τηρήσει το συμβόλαιο τιμής με τους πολίτες της χώρας του και της Ε.Ε., γενικότερα. Και γιατί αυτό; Επειδή, λέει, κάτι τέτοιο θα διακινδύνευε την εθνική στρατηγική μετατροπής της Κύπρου σε... Ελβετία της Μέσης Ανατολής. Λες και αυτό το όνειρο δεν έχει γίνει σκόνη, ήδη!
Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, φημολογείται ότι η κυπριακή κυβέρνηση, κατόπιν εορτής, διαπραγματεύεται με την Ε.Ε., την ΕΚΤ και το ΔΝΤ, την αλλαγή της αρχικής απόφασης, ώστε να εξαιρεθούν τελικά οι καταθέσεις κάτω των 100 χιλιάδων – να ενεργοποιηθεί το σενάριο Γ, δηλαδή. Μακάρι. Το ερώτημα, όμως, εξακολουθεί να τίθεται: Τώρα το σκέφτηκαν; Τέτοια επιπολαιότητα, τόσο από τη Λευκωσία, όσο και από την Ε.Ε.;
Συμπέρασμα
Σε αυτή τη συνολικά θλιβερή ιστορία, υπάρχει κάτι που είναι θετικό: Ότι η Κύπρος απέφυγε την αποκλειστική χρήση της εναλλακτικής (1) – η οποία χαντάκωσε την Ελλάδα ελέω του δίδυμου των κυρίων Παπανδρέου-Παπακωνσταντίνου. Είναι σημαντικό, δηλαδή, ότι ο Κύπριος φορολογούμενος δεν σήκωσε όλο το φορτίο των 17 δισ. που απαιτούνταν για να μη γονατίσει το κράτος και το τραπεζικό σύστημα. Δυστυχώς, δεν σεβάστηκαν το συμβόλαιο με τους καταθέτες, όσον αφορά τις πρώτες 100 χιλιάδες που το κράτος είχε δεσμευτεί απέναντι στον Ευρωπαίο πολίτη (και τον Κύπριο, βέβαια) να διασφαλίσει. Ήταν μέγα ατόπημα της νέας κυπριακής κυβέρνησης, που ξεκίνησε με αυτογκόλ, ακόμα κι αν, τελικά, συγκλονισμένοι από την αντίδραση των πολιτών, κάνουν το σωστό εξαιρώντας από το χαράτσι τις καταθέσεις κάτω των 100 χιλιάδων. Όσο για την Ε.Ε., τι να πει κανείς; Σε μια περίοδο όπου οι λαοί έχουν αρχίσει να την κοιτούν με όλο και αυξανόμενη εχθρότητα, ανακοίνωσε μια απόφαση που απέδειξε την περιφρόνηση των ηγετών της στο μόνο ίσως συμβόλαιο κρατικής εξουσίας με τους πολίτες που όλοι θεωρούσαν ιερό.
Πέραν, όμως, από τη δόμηση του κουρέματος των κυπριακών καταθέσεων και ανεξάρτητα του αν, τελικά, θα εξαιρεθούν ή όχι οι μικροκαταθέτες από το χαράτσι, το νέο κυπριακό δράμα μας επιβεβαιώνει ότι η Κρίση του ευρώ καλά κρατεί. Και είναι λογικό. Ο μόνος θεσμός που ιδρύσαμε στην Ευρώπη για να δαμάσει την Κρίση, ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM) αποσταθεροποιεί την Ευρωζώνη μόνο και μόνο με την ύπαρξή του. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι το χαράτσι στις κυπριακές καταθέσεις ονομάστηκε «επιβαλόμενος φόρος σταθερότητας» (stability levy). Λες και οι Ευρωπαίοι ηγέτες μας, χρησιμοποιούν τη λέξη «σταθερότητα» κάθε φορά που παίρνουν μια αποσταθεροποιητική απόφαση ή δημιουργούν ένα νέο εργαλείο που, ακούσια, ενισχύει την αποσταθεροποίηση της νομισματικής μας ένωσης.
(1) Μην ξεχνάμε ότι και στην Ελλάδα, που δεν κουρεύτηκαν άμεσα οι καταθέσεις τον Μάιο του 2010 με το Μνημόνιο Νο. 1, η βαθιά ύφεση που έφερε η τεράστια μνημονιακή συμφωνία κούρεψε ντε φάκτο τις καταθέσεις καθώς η πλειοψηφία, αντιμέτωπη με νέους φόρους και λιγότερα εισοδήματα, αναγκάστηκε να στραφεί στις αποταμιεύσεις για να ζήσει και να καταβάλει τα νέα χαράτσια. Στην Κύπρο η Ε.Ε., εν τη σοφία της, έβαλε το χέρι στις αποταμιεύσεις των μικρομεσαίων άμεσα και χωρίς να περιμένει τη λιτότητα να τις «κατασχέσει» εκ μέρους της!
Πηγή http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.oikonomia&id=23013
Friday, March 1, 2013
Γιατί οι οικονομολόγοι δεν μπορούν να βρουν μια κοινή λύση στα προβλήματά μας;
ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΙΑΝΗ ΒΑΡΟΥΦΑΚΗ
Με ρωτούν πολλοί: «Γιατί, βρε παιδί μου, εσείς οι οικονομολόγοι, ως επιστήμονες, δεν μπορείτε να τα βρείτε; Γιατί δεν μπορείτε, όπως οι φυσικοί, να κάτσετε γύρω από ένα τραπέζι, να διαφωνήσετε, να ανταλλάξετε απόψεις και στοιχεία και, τελικά, στη βάση της επιστημονικής μεθόδου να καταλήξετε ομόφωνα στη βέλτιστη οικονομική πολιτική για τη χειμαζόμενη οικονομία μας; Γιατί, την ώρα που η κοινωνία αιμορραγεί, εσείς δεν μπορείτε να συμφωνήσετε ούτε ως προς τη διάγνωση ούτε ως προς την ενδεδειγμένη θεραπεία;».
Η απάντηση μπορεί να δοθεί σύντομα ή πιο περιφραστικά. Η σύντομη μορφή της είναι: «Επειδή τα οικονομικά δεν είναι επιστήμη. Μπορεί να χρησιμοποιούν τεχνικές μεθόδους, στατιστική και ανώτερα μαθηματικά, αλλά δεν παύουν να είναι κατά βάση ιδεολογία (ίσως και θρησκεία) με αμπαλάζ τεχνικών μεθόδων και μαθηματικών μοντέλων». Αλλά, επειδή αυτή η απάντηση δεν αρκεί, επιτρέψτε μου μια πιο περιφραστική, που χρησιμοποιεί ένα απλό παράδειγμα, το οποίο αναδεικνύει την ιδεολογική διάσταση της κάθε οικονομικής ανάλυσης.
Έστω ότι σας παραθέτω αντικειμενικά και χωρίς καμία ερμηνεία τα εξής αριθμητικά δεδομένα: μικρό χωριό στην Αφρική, αποτελούμενο από δέκα οικογένειες χωρικών, των οποίων η μόνη σοδειά είναι το καλαμπόκι, και οι οποίοι έχουν στη διάθεσή τους λίγο-πολύ τα ίδια στρέμματα. Το ελάχιστο εισόδημα για να μην πεινάσουν ανέρχεται στα $1.000 ανά οικογένεια ετησίως. Ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες, η σοδειά του χωριού είναι είτε 1.000 τόνοι (μια κανονική χρονιά), είτε 1.500 (μια καλή χρονιά), είτε 500 (μια κακή χρονιά). Έστω, ακόμα, ότι οι πιθανότητες γι' αυτές τις διαφορετικές καιρικές συνθήκες είναι περίπου οι ίδιες (δηλαδή, οι κανονικές, οι καλές και οι κακές χρονιές παρατηρούνται περίπου με την ίδια συχνότητα).
Αφού μαζέψουν το καλαμπόκι τους οι δέκα οικογένειες, το μεταφέρουν με κάρα στη γειτονική πόλη, όπου το πουλάνε σε τιμή που διαμορφώνεται ανάλογα με την προσφορά: σε μια κανονική χρονιά, που φέρνουν στην αγορά 1.000 τόνους, η τιμή φτάνει τα $10 τον τόνο και έτσι τα έσοδά τους ισούνται με $1.000 ανά οικογένεια – όσο δηλαδή εισόδημα απαιτείται για να μην πέσουν κάτω από το όριο της πείνας. Όμως, σε μια καλή χρονιά, όταν η παραγωγή τους φτάνει τους 1.500 τόνους, για να τους διαθέσουν στην αγορά της γειτονικής πόλης αναγκάζονται να πουλήσουν προς $8 τον τόνο. Συνεπώς, στις καλές χρονιές το εισόδημά τους αυξάνεται στα $12.000, δηλαδή στα $1.200 ανά οικογένεια – $200 πάνω από το όριο της πείνας. Αντίθετα, σε μια κακή χρονιά, τότε που η παραγωγή (λόγω ξηρασίας, χαλαζιού κ.λπ.) πέφτει στους 500 τόνους, η τιμή (λόγω έλλειψης καλαμποκιού στη γειτονική αγορά) εκτινάσσεται στα $19 και έτσι το εισόδημα του χωριού εξισορροπείται κάπως στα $19x500 = $9.500 ή $950 ανά οικογένεια.
Σε γενικές γραμμές, κατά μέσον όρο, το εισόδημα των χωρικών βρίσκεται πάνω από το όριο της φτώχειας (περίπου στα $1.050), δεδομένου ότι, από χρονιά σε χρονιά, το οικογενειακό εισόδημα κυμαίνεται μεταξύ $950, $1.000 και $1.200 (εφόσον, βέβαια, οι χωρικοί αποταμιεύουν ένα σοβαρό μέρος των «επιπλέον» $200 που κερδίζουν στις καλές χρονιές).
Έστω τώρα η εξής εξέλιξη: κατά τη διάρκεια μιας καλής χρονιάς, όταν η σοδειά τους είναι 1.500 τόνοι και πριν τη μεταφέρουν στη γειτονική πόλη για την πουλήσουν προς $8 τον τόνο, εμφανίζεται ένας μεσάζων ο οποίος τους κάνει την εξής προσφορά: «Σας προσφέρω $8,50 για 500 από τους 1.500 τόνους σας. Έτσι, αντί να πάρετε $8 τον τόνο για τους 1.500 τόνους, θα εισπράξετε $8,50 από μένα για τους 500 και, καθώς στη γειτονική αγορά θα μεταφέρετε μόνο 1.000 τόνους, εκεί θα λάβετε $10 για τον καθένα, όπως σε μια κανονική χρονιά που παράγετε 1.000 τόνους. Έτσι, αντί να λάβετε τα $12.000 που θα βγάλετε αν δεν δεχτείτε την προσφορά μου, αν τη δεχτείτε θα εισπράξετε $4.250 ($8,50x500) από εμένα και $10.000 ($10x1000) από τη γειτονική αγορά. Σύνολο, δηλαδή, $14.250. Τι λέτε; Δέχεστε;».
Προφανώς και δέχονται και έτσι ο μεσάζων φυλάει τους 500 τόνους που αγόρασε στις αποθήκες του για να τους πουλήσει όταν θα τον συμφέρει – σε μια κακή χρονιά, που το καλαμπόκι θα σπανίζει. Και όταν πράγματι έρθει η κακή χρονιά και η σοδειά των χωρικών είναι μόλις 500 τόνοι, τότε ο μεσάζων θα πουλήσει κι αυτός τους 500 αποθηκευμένους τόνους του στην ίδια αγορά. Συνολικά, η προσφορά θα είναι συνολικά η ίδια με μια καλή χρονιά (500 οι τόνοι των χωρικών και 500 του μεσάζοντα) και, συνεπώς, η τιμή θα είναι η ίδια: $10. Οπότε, το εισόδημα των χωρικών καταρρέει στα $5.000 ($10x500), δηλαδή σε $500 ανά οικογένεια – $500 κάτω από το όριο της πείνας. Παράλληλα, ο μεσάζων θα έχει κερδίσει ενάμιση δολάριο για κάθε τόνο (αφού τον αγόρασε προς $8,50 και τον πουλάει προς $10), δηλαδή συνολικά $750 ($1,50x500).
Έστω ότι αυτά τα δεδομένα είναι απολύτως σωστά, αντικειμενικά και μη αμφισβητήσιμα. Τώρα, διαβάστε τις εξής δύο ερμηνείες των ίδιων αυτών δεδομένων, όσον αφορά τον ρόλο του μεσάζοντα:
Ερμηνεία 1: Ο μεσάζων βoηθάει την οικονομία, προσφέροντάς της τη σταθερότητα τιμών που λείπει. Η κoιvωvική πρoσφoρά τoυ είvαι η απόσβεση τωv «κραδασμώv» πoυ οφείλονται στις καιρικές διακυμάνσεις. Εκεί που η τιμή αυξομειωνόταν μεταξύ $8 και $19, τώρα παραμένει στα $10. Αφαιρεί έτσι την αβεβαιότητα από τη ζωή των αρτοποιών και των καταναλωτών και επιτρέπει στην οικονομία vα λειτoυργήσει καλύτερα. Το κέρδος του μεσάζοντα, συνεπώς, αποτελεί την αμοιβή του γι' αυτήν τη συνεισφορά. Και μην ξεχνάμε ότι δεν υποχρεώνει κανέναν να του πουλήσει καλαμπόκι. Αγοράζει μόνο από όσους κρίνουν ότι τους συμφέρει να του πουλήσουν. Πρόκειται για την προσωποποίηση της αποδοτικότητας και της ελεύθερης πρωτοβουλίας.
Ερμηνεία 2: Ο μεσάζων δεν είναι παρά έvας κoιvός καιρoσκόπoς πoυ εκμεταλλεύεται απλούς αvθρώπoυς τoυ μόχθoυ. Δεν παράγει τίποτα, κερδίζει όμως με αγoραπωλησίες πoυ καταδικάζoυv τους συνανθρώπους του (εκείνους που μοχθούν για να παραχθεί το καλαμπόκι) στη βιoλoγική και ηθική εξόvτωση κάθε φορά που οι καιρικές συνθήκες στρέφονται εναντίον τους. Η πείνα τους, το κέρδος του.
Κλείνω με την εξής παρατήρηση: και οι δύο ερμηνείες βασίζονται στα ίδια ακριβώς στατιστικά στοιχεία, στα ίδια δεδομένα και στην ίδια «επιστημονική» ανάλυση της σχέσης τιμών και ποσοτήτων. Όμως διαφέρουν όπως η μέρα και η νύχτα, καθώς η δεύτερη ερμηνεία οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο μεσάζων πρέπει είτε να φορολογηθεί άγρια είτε να εμποδιστεί στη δραστηριότητά του, ενώ η πρώτη ερμηνεία τείνει στο συμπέρασμα ότι δεν είναι δουλειά του κράτους να παρέμβει στην αγορά. Ποια ερμηνεία, και άρα ποια πολιτική, διαλέγουμε είναι καθαρά ηθικό, πολιτικό, φιλοσοφικό και εν τέλει ιδεολογικό ζήτημα.
Να γιατί δεν μπορούμε εμείς οι οικονομολόγοι να κάτσουμε όλοι γύρω από ένα τραπέζι και να συμφωνήσουμε ως προς το τι πρέπει να γίνει.
Πηγή http://www.lifo.gr/
Tuesday, February 19, 2013
Tuesday, February 5, 2013
Το... λάθος
Γίνονται τέτοια λάθη; Λάθη που τινάζουν στον αέρα χώρες και λαούς; Γίνονται λάθη τέτοιου είδους με τόσο δραματικές επιπτώσεις από διεθνείς «θεσμούς», οι οποίοι είναι στυλοβάτες του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος; Απ’ ό,τι φαίνεται, γίνονται! Ή μήπως τελικά αυτό που γίνεται δεν είναι ακριβώς αυτό που φαίνεται;
Στην προκειμένη περίπτωση προκαλεί εντύπωση η ομαδική αυτοκριτική διάθεση, η οποία προέκυψε στα κορυφαία κλιμάκια του ΔΝΤ σχετικά με τους υπολογισμούς για τη διαμόρφωση του ελληνικού προγράμματος «διάσωσης».
Τελικά ομολογήθηκε ο λάθος υπολογισμός σε κάποιον πολλαπλασιαστή μιας εξίσωσης, η οποία τελικά τύφλωσε τους φωστήρες σε τέτοιον βαθμό ώστε να μην είναι σε θέση να δουν αυτό που και μια απλή νοικοκυρά είδε από την πρώτη στιγμή που ανέτειλε η κυβέρνηση των μνημονίων: το «πρόγραμμα» δεν βγαίνει, δεν διασώζει, καταστρέφει.
Ας πιστέψουμε, λοιπόν, τους ανιδιοτελείς διασώστες μας από το ΔΝΤ και ας πούμε «άνθρωποι είναι, ένα λάθος έκαναν». Ταυτόχρονα, όμως, είμαστε υποχρεωμένοι να σκεφτούμε και ποιες ακριβώς συνθήκες, ποια νέα δεδομένα προσθέτει αυτή η ομολογία ανικανότητας. Και πάνω απ’ όλα επιβάλλεται να σκεφτούμε ποια ακριβώς στιγμή διατυπώνεται αυτή η ομολογία.
Προφανώς, δεν περνά απαρατήρητο το ότι η ομολογία των στελεχών του ΔΝΤ για τη λάθος συνταγή που εφαρμόζεται στην Ελλάδα συμπίπτει με τη διάσταση απόψεων μεταξύ ΗΠΑ και Γερμανίας για τη συνολικότερη αντιμετώπιση της κρίσης.
Επίσης το λάθος του ΔΝΤ ομολογείται κατά τη στιγμή που έχει προκύψει η νέα αμερικανική κυβέρνηση με την επανεκλογή του Ομπάμα και ενώ η Γερμανία εισέρχεται σε προεκλογική περίοδο.
Με πιο απλά λόγια η ομολογία του λάθους από το ΔΝΤ διατυπώνεται σε μια περίοδο που οι Αμερικανοί ζητούν «λύση τώρα» στην Ευρωζώνη και οι Γερμανοί ζητούν χρόνο για να κάνουν τις εκλογές τους.
Συμπέρασμα: Στην πλάτη του ελληνικού πειραματόζωου εξελίσσεται αυτήν την περίοδο ένα ακόμη παιχνίδι πίεσης των ισχυρών. Η ομολογία του λάθους από το ΔΝΤ
● πολλαπλασιάζει τις δυσκολίες για την εφαρμογή του «προγράμματος» στην Ελλάδα,
● πολλαπλασιάζει τις δυσκολίες διαχείρισης της ελληνικής κοινωνίας από την κυβέρνηση,
● πολλαπλασιάζει τις δυσκολίες της Γερμανίας να κρατήσει ζωντανή την κυβέρνηση των τριών ανδρεικέλων της και να περιορίσει τις πιθανότητες επέκτασης της φωτιάς στον ευρωπαϊκό Νότο.
Κατά τα λοιπά, αν δει κανείς το πρόγραμμα της ελληνικής δημοσιονομικής προσαρμογής σαν έναν μοχλό πίεσης που οι μεγάλες δυνάμεις χρησιμοποιούν στο μεταξύ τους μεγάλο παιχνίδι, αντιλαμβάνεται ότι κανένα λάθος δεν έγινε. Διότι στόχος του προγράμματος ουδέποτε υπήρξε η διάσωση. Στόχος ήταν η καταστροφή η οποία συντελείται...
Πηγή http://topontiki.gr/
Subscribe to:
Posts (Atom)







